lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μειονέκτημα

Λεξικό: αγγλικά μειονέκτημα
Μεταφράσεις: damage, detriment, disadvantage, disservice, harm, harming, injury, mischief, pity, prejudice, shame, wish, wrong, wrongs, biota, blemish, bug, defeat, defect, demerit, drawback, failure, fault, flaw, imperfection, minus, shortcoming, vice
μειονέκτημα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: křivda, neplecha, neprospěch, nespravedlnost, nevýhoda, škoda, újma, urážka, zranění, ztráta, chyba, defekt, kaz, nectnost, nedostatek, neřest, omyl, porucha, poškození, skvrna, vada, závada
μειονέκτημα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbruch, beschädigung, einbuße, jammer, nachteil, schaden, defekt, fehler, gebrechen, irrtum, laster, lücke, manko, schnitzer, untugend
μειονέκτημα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: men, overlast, skade, synd, ulempe, brist, defekt, fejl, fejltagelse, fiasko, have, last, mangel, skavank, uvane
μειονέκτημα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: avería, daľo, daño, detrimento, entuerto, estrago, injuria, lástima, mal, perjuicio, defecto, deficiencia, desperfecto, desventaja, equivocación, error, fallo, falta, lacra, tacha, vicio
μειονέκτημα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: atteinte, dégât, désavantage, détriment, dommage, grief, injure, jurer, méfait, préjudice, tort, défaut, défectuosité, erreur, inconvénient, lallation, malfaçon, panne, privation, tare, vice
μειονέκτημα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: danno, detrimento, lesione, peccato, pregiudizio, torto, vituperio, difetto, errore, fallo, inconveniente, sbaglio, vizio
μειονέκτημα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lesjon, men, mén, overlast, skada, skade, synd, ugagn, ulempe, brist, defekt, feil, fiasko, hake, last, mangel, misstag, mistak, skavank, svikt, uvane
μειονέκτημα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вред, досады, повреждение, ущерб, дефект, заблуждение, изъян, недостаток, порок, пятно
μειονέκτημα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: åverkan, förfång, men, skada, synd, brist, defekt, fel, hake, mangel, misstag, nackdel, skavank, svikt
μειονέκτημα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dëm, dëmtoj, gambim, humbje, ves
μειονέκτημα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: щета, грешка
μειονέκτημα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: шкода
μειονέκτημα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haitta, tuho, vahinko, vaurio, epäkohta, pahe, puute, vika, virhe
μειονέκτημα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: šteta, greška, kvar, mana
μειονέκτημα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ártalom, kár, sajnos, fogyatékosság, hiba
μειονέκτημα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: žala, defektas, klaida, trūkumas
μειονέκτημα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: avaria, dano, desvantagem, detrimento, estrago, injuria, mal, prejuízo, carência, defeito, equivocais, erro, falha, falo, falta, vicio
μειονέκτημα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: prejudecată, rău, defect, greşeală, înfrângere
μειονέκτημα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: škoda
μειονέκτημα στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брак, вада, збиток, зло, лихо, невигода, недолік, пошкодження, травма, ураження, ушкодження, хиба, шкода, шкоду, дефект
μειονέκτημα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: szkoda, wada
μειονέκτημα στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: eksitus, pahe, puudus, viga
μειονέκτημα στα εσθονική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: porucha
μειονέκτημα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μειονέκτημα συνώνυμο, μειονέκτημα english, μειονέκτημα της χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι, μειονέκτημα των παραδοσιακών μεθόδων αξιολόγησης επενδύσεων είναι, μειονέκτημα των δικτύων οπτικών ινών