lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μεγεθύνω

Λεξικό: αγγλικά μεγεθύνω
Μεταφράσεις: accrue, add, aggrandize, amplify, augment, double, enlarge, expand, extend, greaten, heighten, increase, magnify, wax
μεγεθύνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dorůstat, množit, narůst, narůstat, obeplout, povznést, přehánět, přibýt, přibývat, rozbalit, rozmnožit, rozšířit, rozšiřovat, roztáhnout, rozvádět, rozvést, rozvíjet, rozvinout, růst, stoupat, stupňovat, vzrůstat, zostřit, zvelebit, zveličit, zveličovat, zvětšit, zvětšovat, zvýšit, zvyšovat
μεγεθύνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: vergrößern
μεγεθύνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: forstørre, øge, øgning, stige, tiltage, vokse
μεγεθύνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abultar, acrecentar, agrandar, alargar, ampliar, amplificar, añadir, aumentar, aumentarse, dilatar, engrandecer, engrosar, ensanchar
μεγεθύνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accroître, aggraver, agrandir, amplifier, arrondir, augmenter, croître, développer, élargir, grossir, irriter, regrossir, vingtupler
μεγεθύνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accrescere, aggravare, ampliare, amplificare, aumentare, crescere, estendere, incrementare, ingrandire
μεγεθύνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: forøke, forstørre, øka, økning, utvida, utvide, vokse
μεγεθύνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: увеличивать, укрупнять
μεγεθύνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förstora, öka, ökning, stegra, stegring, tilltaga, utöka, utvidga, vidga
μεγεθύνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtoj, zgjeroj
μεγεθύνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пабольшваць, павялічваць
μεγεθύνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: enetä, karttua, kasvaa, levittää, lisätä
μεγεθύνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: povisiti
μεγεθύνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nagyítani
μεγεθύνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acrescentar, adicionar, ampliar, amplificar, aumentar, engrandecer, intensificar, multiplicar
μεγεθύνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: добавити, добавляти, додавати, додайте, додати, збільшення, збільшити, збільшитися, збільшувати, збільшуватися, множити, нарощувати, підвищити, підвищувати, піднести, підносити, підсилити, підсилювати, подовжити, подовжувати, помножити, посилити, посилювати, прикрасити, прикрашувати, примножити, примножитися, примножувати, примножуватися, розмножитися, розмножуватися, розплоджуватися, розплодитися, розширити, розширитися, розширювати, розширюватися, розширяти, тривайте, умножати, умножити
μεγεθύνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: powiększać
μεγεθύνω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μεγεθυνω ή μεγενθυνω, μεγεθύνω - μικραίνω σχήματα, μεγεθύνω english, μεγεθύνω μεγεθύνω