lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μεγάλος

Λεξικό: αγγλικά μεγάλος
Μεταφράσεις: ample, big, bigness, bulk, bulky, capital, goodly, grand, great, gross, large, massive, massy, sizable, deep, heavy, high, king-size, whooper, alt, boot, exalted, high-pitched, lofty, tall, towering
μεγάλος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dospělý, důležitý, hrubý, korpulentní, mocný, objemný, pevný, silný, slavný, tlustý, veliký, velký, významný, značný, hrdý, ohromný, prudký, pyšný, silně, velkolepý, velmi, horní, povýšený, povznesený, pronikavý, seznam, ušlechtilý, vysoko, vysoký, vyvýšený, vznešený
μεγάλος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dick, groß, arg, bedeutend, großartig, hoch
μεγάλος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: diger, fed, massiv, stor, betydelig, enorm, høj, svær, høg, høy, lang
μεγάλος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abultado, ancho, cumplido, gran, grande, grueso, voluminoso, bueno, caudaloso, cuadrado, cuantioso, enorme, folio, gigante, magno, sumo, alto, elevado, eminente, encumbrado
μεγάλος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fort, grand, gros, volumineux, considérable, fier, grandiose, immédiatement, immense, intense, majeur, monument, aigu, élevé, falaise, haut, relevé
μεγάλος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: grande, grasso, grosso, ingombrante, pingue, alto, grandioso, intenso, tanto, elevato, eminente
μεγάλος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: diger, massiv, stor, tykk, betydelig, enorm, høy, svær, dryg, høg, lang
μεγάλος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: большой, великий, крупен, крупный, объемистый, величественный, возвышенный, высок, высокий
μεγάλος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: diger, mycken, skrymmande, stor, enorm, svär, dryg, hög, lång, reslig
μεγάλος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: madh, madhështor, lartë
μεγάλος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: голям
μεγάλος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: буйны, вялiкi, вялікі, высокi, высокі
μεγάλος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suur, kõrge, pikk
μεγάλος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: iso, kookas, laaja, suuri, tärkeä, jalo, korkea
μεγάλος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: debeo, velik, visok
μεγάλος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: nagy, hatalmas, magas
μεγάλος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: didelis, aukštas
μεγάλος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abundante, amplo, gancho, grana, grande, magno, volumoso, cantito, sumo, alto, elevado, eminente, enumerado, sublime
μεγάλος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бездіяльний, більший, брутальний, брутто, валовий, великий, великій, великодушний, висока, високий, високо, громіздкий, грубий, добрий, здоровий, крупний, масивний, масований, масовий, місто, місцевий, міський, муніципальний, обтяжливий, підстрибування, пізніша, пізніший, прекрасний, сміятися, тяжкий, щедрий, височінню, витончений, гостра, гостре, гострий, жорсткий, завищений, красивий, модний, негнучкий, пеня, піднесений, прекрасно, тонкий, тугий, хороший, чудовий, чудово, штраф, штрафувати
μεγάλος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: duży, wielki, wysoki
μεγάλος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: velik, visok
μεγάλος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: veľký
μεγάλος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μεγάλος πέτρος, μεγάλος κανόνας, μεγάλος κοραλλιογενής ύφαλος, μεγάλος σεισμός στην ελλάδα, μεγάλος συνώνυμα, μεγάλος κωνσταντίνος, μεγάλος δανός, μεγάλος αδελφός, μεγάλος θυμός, μεγάλος σταυρός απριλίου 2014