lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μείωση

Λεξικό: αγγλικά μείωση
Μεταφράσεις: allowance, discount, reduction, abatement, deduction, lowering, markdown, rollback, blip, decelerate, decline, decrease, descent, dip, downgrade, downturn, drop, estate, fall, gradient, heirloom, heritage, inheritance, legacy, lower, shortfall, slope, succession, floodgate, vent
μείωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: sleva, srážka, diskont, eskont, skonto, omezení, pokles, přeměna, redukce, snížení, snižování, zmenšení, dědění, dědičnost, dědictví, dopad, klesání, naklonění, následnictví, následnost, nástupnictví, odkaz, pád, posloupnost, postup, pozůstalost, sestup, sjezd, sklon, sled, spád, svah, úbytek, vodopád, zešikmení, zřícení, stavidlo
μείωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bonifikation, rabatt, diskont, abbau, abnahme, kürzung, nachlass, reduktion, senkung, abfall, abhang, absturz, aufeinanderfolge, erbe, erbschaft, fall, gefälle, hang, neigung, rückfahrkarte, rückgang, steigung, sturz, ablass, baisse, ermäßigung
μείωση στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: descuento, rebaja, reducción, bajada, caída, cuesta, declinación, declive, decrecimiento, descenso, herencia, legado, mengua, menguante, patrimonio, sucesión, compuerta, esclusa, baja
μείωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: boni, rabais, escompte, baisse, réduction, ristourne, chute, déclivité, descente, hérédité, héritage, hoirie, hypotension, inclinaison, pente, succession, déversoir, écluse, pertuis, abattement
μείωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ribasso, sconto, abbuono, calo, diminuzione, riduzione, caduta, calata, declivio, discesa, eredità, inclinazione, pendenza, pendice, pendio, retaggio, successione, sfogo, detrazione, falcidia
μείωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: moderasjon, nedslag, reduksjon, arv, fall, følge, minska, nedgang, prisfall, skråning, tilbakegang, sluse, nedsettelse, rabatt
μείωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: скидка, дисконт, понижение, уменьшение, наклон, наследие, наследственность, наследство, падение, перепад, последовательность, скат, склон, спад, спуск, уклон, водосброс, водоспуск, исход, шлюз
μείωση στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: скідка, спадчына, спуск
μείωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: alennus, helpotus, huojennus, supistus, alamäki, aleneminen, jono, perintö, rinne, viettävyys
μείωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: popust, sniženje, padina
μείωση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: árengedmény, engedmény, kedvezmény, csökkentés, leszállítás, csökkenés, esés, hagyaték, hanyatlás, leereszkedés, örökség, leeresztés, megcsapolás
μείωση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desconto, abatimento, redutiva, caída, declive, descendo, encesta, encosta, herança, heresia, inclinação, ladeira, legado, queda, rampa, sucessiva, vertente, bonificariam
μείωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: popust
μείωση στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: анулювання, віднімання, відрахування, дедукція, дисконт, дисконтний, дисконтувати, зменшення, зниження, знижка, послаблення, припинення, скидка, скорочення, скорочування, вниз, внизу, водовід, втеча, додолу, донизу, наниз, осушення, скат, спадковість, спадок, спадщина, спадщину, спіштеся, спуск, спускання, униз, успадкування
μείωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: bonifikata, dyskonto, obniżka, spadek, upust, zniżka
μείωση στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zľava, pokles
μείωση στα σλοβακική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: nedslag, arv, fald, følge, hældning, nedgang, skrænt, skråning, sluse
μείωση στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: nedslag, arv, minska, nedgång, rabatt
μείωση στα σουηδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: reducere, cădere
μείωση στα ρουμανική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trashëgimi, zbritje
μείωση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: наклон, наследство, склон, шлюз
μείωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: gradient, kallak, kosk, kukkumine, langemine, pärand, pärilikkus
μείωση στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: nuolydis, nuožulnumas, palikimas, paveldas, šlaitas
μείωση στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

μείωση επικουρικών συντάξεων, μείωση εργοδοτικών εισφορών, μείωση συντάξεων, μείωση τελών κυκλοφορίας, μείωση εισφορών, μείωση τριχοφυΐας, μείωση μισθώματος, μείωση εισφορών οαεε, μείωση συντάξεων 2014, μείωση τιμής φυσικού αερίου