lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ματαιώνω

Λεξικό: αγγλικά ματαιώνω
Μεταφράσεις: abate, abort, annul, cancel, delete, kill, null, nullify, vacate, disannul, invalidate, quash, repeal, rescind, revoke, void
ματαιώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: anulovat, odvolat, stornovat, zrušit, rušit, vyvrátit
ματαιώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: annullieren, annullierend, rückgängig, stornieren, widerrufen, ungültig
ματαιώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aflyse, annullere, omstødte, slette
ματαιώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abolir, abrogar, anular, cancelar, casar, derogar, rescindir, revocar, suprimir, invalidar
ματαιώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: annuler, supprimer, annihiler, casser, infirmer, invalider, rescinder
ματαιώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: annullare, cancellare, disdire, sopprimere
ματαιώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: annullere, avlyse, omstøte, slette, underkjenne, heve
ματαιώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аннулировать, отменять
ματαιώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: annullera, avbeställa, inställa
ματαιώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kumota, peruuttaa
ματαιώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: poništiti
ματαιώνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lemond, érvénytelenít, érvényteleníteni, visszavonni
ματαιώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abolir, anular, cancelar, casar, rescindir, revogar, suprimir, invalidar
ματαιώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: odpovedati
ματαιώνω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zrušiť
ματαιώνω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: автобус, анулювати, анулюйте, вагон, відхилити, відхиляти, гасити, гасіть, дзвонити, дратувати, екіпаж, загасити, збавляти, звільніть, карета, мито, роздратувати, скасовувати, скасувати, скасуйте, тренер, тренувати, тушити, уникати, уникнути, ухиліться, виконайтеся, відміняти, відокремити, відокремлювати, вчинити, вчиняти, зайнятися, зменшитися, зменштеся, зменшуватися, знижувати, знизити, знищити, знищте, знищувати, зробити, зруйнувати, касувати, ослабити, ослабляти, припинити, припиняти, робити, руйнувати
ματαιώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: anulować, unieważniać
ματαιώνω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адменьваць, адмяняць, касаваць
ματαιώνω στα λευκορωσίας »

Σχετικές λέξεις

ματαιώνω συνώνυμα