lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μαστιγώνω

Λεξικό: αγγλικά μαστιγώνω
Μεταφράσεις: flagellate, lash, scourge, whip, cane, floe, flog, scathe, slash, swish, thrash, whale
μαστιγώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bičovat, mrskat, ošlehat, šlehat, švihat, ušlehat, bít, našlehat, potrestat, zbičovat, zmrskat, seřezat
μαστιγώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: geißeln, peitschen, geprügelt, prügeln, hauen, gezüchtigt
μαστιγώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: piske, rise
μαστιγώνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: azotar, castigar, flagelar, vapular, zurriagar, fustigar
μαστιγώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: flageller, fouetter, châtier, cingler, fesser, fustiger, fouailler, frotter, rosser
μαστιγώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: flagellare, frullare, frustare, sbattere, sferzare
μαστιγώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: piske, piska, pryle, rise
μαστιγώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бичевать, пороть, хлестать, выпороть, высечь, исхлестать, отстегать, отхлестать
μαστιγώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: бічаваць, хвастаць, вздор, пароць, распорваць
μαστιγώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: piitsutama
μαστιγώνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: piestä, ruoskia, hakata
μαστιγώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: korbácsol, ostor
μαστιγώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: azotar, flagelar, fustigar
μαστιγώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бичувати, бийте, кит, кінь, побийте, пороти
μαστιγώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: biczować, chłostać, smagać, wychłostać
μαστιγώνω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: piska
μαστιγώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: biciui
μαστιγώνω στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

μαστιγώνω το δελφίνι