lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μανδύας

Λεξικό: αγγλικά μανδύας
Μεταφράσεις: cloak, coat, gown, greatcoat, great-coat, jacket, mantle, overcoat, topcoat
μανδύας στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kabát, obálka, plášť, slupka
μανδύας στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hülle, jacke, jackett, mantel, schutzumschlag, überzieher
μανδύας στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: frakke, jakke, kappe, kippa, rock
μανδύας στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abrigo, capa, capote, chaqueta, gabán, impermeable, manto, sobretodo
μανδύας στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: caban, cape, capote, imperméable, jaquette, manteau, pardessus, pelure, raglan, rotonde, waterproof
μανδύας στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cappa, cappotto, mantello, manto, pastrano, soprabito, tabarro
μανδύας στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: frakk, kåpe, kappa, kappe, mantel, regnfrakk, rock
μανδύας στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жакет, мантия, пальто, плащ
μανδύας στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kappa, knappe, mantel, överrock, rock, ytterrock
μανδύας στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pallto
μανδύας στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: палiто, паліто, плашч
μανδύας στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: keep, mantel
μανδύας στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kaapu, kappa, mantteli, takki, vaippa
μανδύας στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kaput, ogrtač
μανδύας στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felöltő, kabát, köpeny, köpönyeg, kosztümkabát
μανδύας στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: apsiaustas, paltas, priedanga, švarkas
μανδύας στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abrigo, baqueta, capa, capote, casacão, casaco, jaqueta, manto, sobretudo
μανδύας στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: plašč
μανδύας στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: plášť
μανδύας στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: мантія, пальт, пальта, пальтами, пальтах, пальті, пальто, пальтом, пил-те, плащ, шинель
μανδύας στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: płaszcz
μανδύας στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μανδύας της γης, μανδύας οπλισμού, μανδύας αορατότητας, μανδύας σκυροδέματος, μανδύας του ειδικού, μανδύας οπλισμένου σκυροδέματος, μανδύας του ποσειδώνα, μανδύασ συνώνυμα, μανδύας ο/σ, αόρατοσ μανδύασ