lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μαλακώνω

Λεξικό: αγγλικά μαλακώνω
Μεταφράσεις: mollify, soften, tenderize, allay, alleviate, appease, commute, mitigate, placate, soothe, mellow, relent, assuage, attenuate, deaden, ease, extenuate, heal, moderate, qualify, salve, sleek
μαλακώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: měkčit, obměkčit, zjemnit, změkčit, změknout, zmírnit, zženštit, konejšit, mírnit, oslabit, snížit, tišit, uchlácholit, uklidnit, ukojit, ukonejšit, ulehčit, ulevit, upokojit, uspokojit, utěšovat, utišit, utlumit, zlehčit, zmenšit, zmírňovat, ztlumit, chlácholit, hladit, krotit, lichotit, tlumit, uvolnit, zeslabit
μαλακώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erweichen, weich, aufzuweichen, erleichtern, lindern, mildern, sanft, gelindert
μαλακώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ablandar, enternecer, macerar, reblandecer, suavizar, aliviar, aplacar, aquietar, calmar, conmutar, mitigar, remitir, acallar, amansar, apaciguar, atemperar, atenuar, dulcificar, endulzar, entibiar, moderar, templar
μαλακώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amollir, assouplir, attendrir, mollifier, ramollir, fléchir, radoucir, adoucir, alléger, apaiser, atténuer, commuer, détendrent, gazer, pallier, soulager, adonner, calmer, estomper, flatter, humaniser, lénifier, mitiger, modérer, relâcher, tempérer, velouter
μαλακώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ammollire, ammorbidire, intenerire, acquietare, addolcire, allentare, alleviare, ammansire, attenuare, attutire, calmare, pacare, sopire, calmarsi, annacquare, mitigare, moderare, placare, temperare
μαλακώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: смягчать, умягчать, смягчить, облегчать, скрасить, успокаивать, скрашивать, умерять, утолять
μαλακώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: змякчаць, памякчаць
μαλακώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: pehmentää, helpottaa, hillitä, huojentaa, lepyttää, lieventää, vaimentaa
μαλακώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: smekšati, ublažiti
μαλακώνω στα κροατικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abrandar, amaciar, mitigar, suavizar, aliviar, aplacar, aquietar, comutar, atenuar, chamadas, entulhar, moderar, temperar
μαλακώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: видозмінити, видозмінювати, відіслати, відсилати, врятувати, заспокоїти, заспокойте, заспокоювати, здіймати, змініть, кваліфікувати, кваліфікуйте, модифікувати, навчати, навчатися, навчити, навчитися, освітліть, ослабити, ослабитися, ослаблювати, ослаблюватися, ослабте, передавати, передати, переказати, переказувати, підкорити, підкоріть, підкоряти, підсолодіть, послабити, послаблювати, припинити, припиняти, простити, прощати, розслабитися, розслаблятися, рятувати, слабнути
μαλακώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zmiękczać, zmiękczyć, złagodzić, łagodnieć, łagodzić
μαλακώνω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: formilde, berolige, lindr
μαλακώνω στα δανική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: formilde, berolige, blidka, lindra, mjukna, trøsta, lindr, lugn
μαλακώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blidka, lindra, mildra, mjukna, trösta, förmildra, lätta, lätthet, lugn
μαλακώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: csillapítani, enyhíteni, mérsékelni, lágy
μαλακώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: atenua
μαλακώνω στα ρουμανική »