lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μαλακός

Λεξικό: αγγλικά μαλακός
Μεταφράσεις: dainty, delicate, exquisite, exquisiteness, fine, fine-spun, fond, fragile, gentile, gentle, gentlest, mild, nice, queasy, sappy, scabrous, sensitive, silken, soft, squeamish, sweet, tender, tenuous, thin-skinned, ticklish, floppy, limp, mellow, pad, smooth, squashy, supple, benign, benignant, bland, clement, easeful, genial, graceful, graded, kind, lenient, light, meek, placid, smooth-tempered, suave, tame
μαλακός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bystrý, choulostivý, delikátní, dobrý, háklivý, hodný, jemně, jemný, konec, křehký, lahodný, lámavý, lomivý, měkký, milý, mírný, něžný, pěkný, povlovný, přecitlivělý, příjemný, ryzí, slabý, sladký, subtilní, tenký, tichý, útlocitný, útlý, vybíravý, způsobný, hebký, ochablý, schlíplý, zplihlý, benigní, lehký, líbezný, shovívavý
μαλακός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: brüchig, delikat, dünn, empfindlich, fein, feinfühlig, gebrechlich, heikel, mild, rücksichtsvoll, sanft, schön, süß, weich, zart, zärtlich, zerbrechlich, zierlich, mürbe, seidenweich, fromm, gutartig, harmlos, lau, leicht, sacht, sanften, sanftmütig, zahm
μαλακός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blid, blød, delikat, fin, flink, lækker, lempelig, len, mild, mør, ømtålig, prekær, sart, sit, skør, skrøbelig, smuk, sød, subtil, tander, vanskelig, varlig, blødt, muk, from, godartet, lindring, lun
μαλακός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: blando, bueno, delgado, delicado, fino, frágil, muelle, primoroso, quebradizo, suave, sutil, tenue, vidrioso, dulce, flácido, fofo, meloso, pastoso, tierno, apacible, benigno, dócil, indulgente, manso, plácido, templado
μαλακός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dégoûté, délicat, douillet, doux, fin, fluet, fragile, gentil, gracile, morbide, mou, subtil, tendre, flasque, flou, moelleux, mollasse, molle, mollet, nonchalant, veule, béni, bénin, caressant, clément, placide, suave, tempéré, traitable
μαλακός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: amorevole, blando, cagionevole, cortese, delicato, esile, fine, fino, fragile, gracile, gradevole, lieve, mite, molle, morbido, sottile, tenero, tenue, soffice, benigno, calmo, clemente, mansueto, pacifico, placido, soave
μαλακός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blid, bløt, damemessig, delikat, fin, kinkig, klen, lekker, lempelig, len, linn, mild, mør, myk, ømtålig, ørfin, prekær, sart, skjør, skrøpelig, snill, søt, subtil, tander, varlig, veik, mjuk, slapp, vek, bli, from, godartet, lindrig, lun, mill, smul
μαλακός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: деликатен, деликатный, изысканный, кроткий, мелкий, мягкий, нежный, тонкий, мягок, палатализованный, добрый
μαλακός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blid, blöt, bräcklig, brännbar, delikat, fin, finkänslig, hänsynsfull, kinkig, klen, len, ömsint, ömtålig, omtänksam, prekär, späd, spröd, subtil, tanger, mjuk, mör, vek, beskedlig, from, godartad, lindrig, lugn, mild, skonsam, smul
μαλακός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ëmbël
μαλακός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кволы, ласкавы, пяшчотны, мяккі
μαλακός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: delikaatne, leebe, õrn, peen, pehme
μαλακός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: armas, hauras, heikko, hellä, hempeä, hento, hieno, ihana, lauha, lempeä, löysä, makea, murea, pehmeä, rapea, veltto, vieno, laimea, lauhkea, sävyisä
μαλακός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: sladak, mekan
μαλακός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: enyhe, finom, gyengéd, kényes, szelíd, válogatós, elmosódó, ernyedt, lágy, lagymatag, petyhüdt, puha
μαλακός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gležnas, keblus, meilus, minkštas, plonas, puikus, smulkus, subtilus, švelnus, trapus, malonus
μαλακός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: ameno, belo, brando, delgado, delicado, doce, fino, fofo, frágil, grácil, macio, meigo, mimoso, multe, primoroso, quebradiço, suave, bolando, dúctil, manso, pastoso, plástico, sedoso, anteriorizado, benigno, indulgente, plácido
μαλακός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: mehek
μαλακός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ароматний, витончений, вишуканий, відданий, делікатний, кашкоподібний, крихкий, ламкий, люблячий, мелодичний, мелодійний, ніжний, присвячений, пропозиція, пухнастий, слабкий, тонкий, шовковий, бавовняний, безвільний, ввічливий, великодушний, вид, видача, витікання, добрий, доброякісна, доброякісне, доброякісний, кульгавість, кульгати, лагідний, милосердний, піддатливий, поблажливий, поступливий, поступливість, привітний, прихильний, різновид, сорт, співчутливий, сприятливий, тендітний, тип, шкутильгати, милостивий
μαλακός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: delikatny, miękki, łagodny
μαλακός στα πολωνική »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: indulgent
μαλακός στα ρουμανική »