lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μαζεύομαι

Λεξικό: αγγλικά μαζεύομαι
Μεταφράσεις: accrue, accumulate, agglomerate, aggregate, amass, assemble, bank, collect, congregate, convoke, cumulate, flock, gather, glean, heap, mass, meet, rally, stockpile, treasure, convene, cull, foregather, forgather, harvest, hoard, pick, reap, recollect, re-collect, skim
μαζεύομαι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: aglomerovat, akumulovat, česat, hromadit, kumulovat, kupit, montovat, nabrat, naházet, nahrnout, nahromadit, nakupit, nashromáždit, navršit, sbírat, schraňovat, sebrat, sesbírat, seskupit, seskupovat, sestavit, sestavovat, shledat, shlukovat, shrnout, shrnovat, shromáždit, shromažďovat, skládat, sklízet, složit, smontovat, soustředit, spékat, svolat, uskladnit, kosit, nasbírat, natrhat, obírat, očesat, sběr, sklidit, trhat, úroda, vybrat, žatva, žeň, žně, žnout
μαζεύομαι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anhäufen, aufstapeln, häufen, sammeln, versammeln, zusammenkommen, zusammenstellen, zusammenziehen, ablesen, auflesen, aufraffen, einsammeln, ernten, pflücken, raffen, zusammenfassen
μαζεύομαι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dynge, forsamle, hamstre, høg, hop, mønstr, samle, tårne, afgrøde, avling, forsamles, høst, høste, pille, plukke, samba
μαζεύομαι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acabildar, acopiar, acumular, acumularse, aglomerar, allegar, almacenar, amontonar, colectar, congregar, juntar, recoger, reunir, reunirse, coger, coleccionar, colegir, cosechar, juntarse, recolectar, segar
μαζεύομαι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accumuler, agglomérer, amasser, amonceler, appareiller, assembler, attrouper, cumuler, drainer, emmagasiner, empiler, entasser, grouper, interclasser, masser, ramasser, rassembler, recueillir, assortir, bibeloter, botaniser, butiner, collecter, collectionner, compiler, crémer, cueillir, moissonner, rallier, récolte, récolter, réunir
μαζεύομαι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accatastare, accumulare, adunare, ammassare, ammucchiare, immagazzinare, raccogliere, radunare, riunirsi, cogliere, mietere, raccolta, raccolto, riunire
μαζεύομαι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dynge, forsamle, hamstre, høg, hop, mønstr, påle, samla, samle, stapel, tårne, avling, høst, høste, pille, plukke, skorda, skotta
μαζεύομαι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аккумулировать, собирать, жать, накоплять, скоплять
μαζεύομαι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ackumulera, hög, hop, hopsamla, påle, råga, samla, skock, skocka, stapel, församla, plocka, skörd, skörda, skotta, stocka
μαζεύομαι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: mbledh, korr, vjel
μαζεύομαι στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гатаваць, збіраць, падаваць
μαζεύομαι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: haalia, kasata, kerätä, kokoilla, koota, noukkia, poimia, varastoida, korjata, niittää
μαζεύομαι στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: gomilati, brati, žeti
μαζεύομαι στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felhalmoz, felhalmozódik, összegyűjt, összegyűjteni, gyülekezni, hányingere
μαζεύομαι στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acumular, aglomerar, ajuntar, alegar, amontoar, captar, coleccionar, colectar, colher, congregar, empilhar, juntar, postular, reunir, arrancar, ceifar, coser, porfiásseis, tirar
μαζεύομαι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: aduna
μαζεύομαι στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zhromažďovať
μαζεύομαι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: валіза, вибирати, вибір, вибрати, визбирувати, викликати, викличте, вимагати, встановити, встановлювати, граблі, громадити, зберіться, збирати, збиратися, зібрати, зірвати, інкасувати, компіляція, купчити, мішок, набирати, набрати, обговорити, обговорювати, підбирати, підібрати, складати, скласти, скликати, скомпілювати, скупчувати, сумка, торба, торбина, установити, установка, установлювати, установляти, купа, нагромадження, нагромаджувати, нагромадити, накопичтеся, штабель
μαζεύομαι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gromadzić, zbierać
μαζεύομαι στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: nabirati, sestaviti
μαζεύομαι στα σλοβενική »