lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μίσθωση

Λεξικό: αγγλικά μίσθωση
Μεταφράσεις: holding, lease, leasehold, leasing, rent, rental, tenacity, tenancy, tenant, charter, hire, hiring, renting
μίσθωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: činže, nájem, nájemné, pacht, pronájem, najmout, pachtovat, pronajmout
μίσθωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hausmiete, miete, pacht, pachten, verleih, vermietung
μίσθωση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bygmel, leje
μίσθωση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alquiler, arrendamiento, arriendo, arrendar
μίσθωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: affermage, amodiation, bail, emphytéose, fermage, ferme, location, loyer, affermer
μίσθωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: affitto, fattoria, noleggio, nolo, podere, affittare
μίσθωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bygsel, leie, leiekontrakt, forpakte, uthyrning
μίσθωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: аренда, арендовать, наём
μίσθωση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: arrende, blygsel, arrendera, hyreskontrakt, städja, uthyrning
μίσθωση στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: аренда, наем
μίσθωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: арэнда
μίσθωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: üür
μίσθωση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: vuokrasopimus, vuokraus
μίσθωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: bérbeadás, bérbevétel, bérlet, haszonbérlet
μίσθωση στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: mokestis, nuoma
μίσθωση στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aluguer, arrendo, arrendar
μίσθωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: nájomné
μίσθωση στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брати, везти, відносити, візьміть, возити, забирати, забрати, захоплювати, здавати, набувати, набути, наймання, найми, окупація, оренда, орендувати, придбати, приймати, прийняти, провести, проводити, сфотографувати, узяти, фотографувати, взяти, віднести
μίσθωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dzierżawa, dzierżawić, wynajem
μίσθωση στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: iznajmljivanje
μίσθωση στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

μίσθωση κατοικίας, μίσθωση επιχείρησης, μίσθωση ακινήτου, μίσθωση ξενοδοχείου, μίσθωση διατηρητέου, μίσθωση κατοικίας καταγγελία, μίσθωση λατομείου, μίσθωση αγροτεμαχίων, μίσθωση και εκμετάλλευση του κυλικείου του τει πειραιά, μίσθωση παραθεριστικής κατοικίας