lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μίγμα

Λεξικό: αγγλικά μίγμα
Μεταφράσεις: abash, agitate, alloy, blend, churn, commingle, compound, confound, confuse, interfere, intermingle, intermix, interpose, mash, meddle, meddlesome, meddling, mingle, mix, muddle, recombine, scramble, stir, composite, gallimaufry, hash, hodgepodge, hotchpotch, jumble, medley, miscellany, mishmash, mixture, olio, omnium-gatherum, pell-mell, assortment, complement, composition, concoction, potpourri
μίγμα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dezorientovat, legovat, mást, míchání, míchanina, míchat, mísit, namíchat, plést, pomíchat, poplést, promíchat, promísit, sblížit, sloučit, slučovat, směs, směsice, směšování, smíchat, smíšenina, smísit, splést, spojit, umíchat, zahanbit, zamíchat, zamotat, zkazit, zmást, smíchání, namíchání
μίγμα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: gemischt, mischen, mixen, quirlen, rühren, verbinden, vermischen, verwirren, durcheinander, gemisch, mischmasch, mischung
μίγμα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blande, blanding, forvirre, mikse, mikstur, sammensurium, blankning, sammenblanding
μίγμα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abismar, alear, amasar, confundir, danzar, enmarañar, entreverar, entrometerse, envolver, intrincar, jugar, mecer, mezcla, mezclar, revolver, amasijo, ensalada, mezcolanza, mixtura
μίγμα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: allier, brasser, brouiller, confondre, désorienter, embrouiller, enchevêtrer, entremêler, immiscer, mélanger, mêler, mixtionner, panacher, tripoter, amalgame, bigarrure, fatras, macédoine, mélange, mixture, pêle-mêle, pot-pourri, salmigondis, tripotage, carburant, farrago, méteil, mouture, provende
μίγμα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: commistione, composto, confondere, frammezzare, immischiarsi, impastare, mescere, mescolare, miscela, mischiare, miscuglio, mistura, guazzabuglio, miscellanea
μίγμα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: blanda, blande, blanding, blandning, forvirre, krama, miksa, mikse, røre, mikstur, mølje, røra, sammensurium, sammenblanding
μίγμα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вмешивать, мешать, перемешивать, перетасовывать, помешивать, размешивать, смешивать, мешанина, смесь, смешивание
μίγμα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: blanda, blandning, förväxla, förvirra, ingripa, krama, mixa, röra
μίγμα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trazoj
μίγμα στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: блытаць, замінаць, перашкаджаць, мешаніна, рознае, сумесь
μίγμα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hämätä, hämmentää, sekaannuttaa, sekoittaa, sekoitus, seos, sotkea
μίγμα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: smjesa
μίγμα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elegy, keverék, keverni, vegyíteni, vegyület, egyveleg, összevissza
μίγμα στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: atrapalhar, balear, baralhar, confundir, interferir, mesclar, mexer, mistura, misturar, perturbar, revolver, melomania, amalgama
μίγμα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: безлад, брук, бруківка, бурчати, відвернути, відвертати, ворушити, ворушитися, ворушіння, втручатися, гальмувати, гарчання, гарчати, дорога, дорожній, заборонити, забороніть, забороняти, завадити, заважати, заважити, загальмувати, запобігати, запобігти, запобіжіть, затримайте, захарастити, захаращувати, збуджувати, збудити, змішайте, змішайтеся, змішати, змішувати, мішанина, мішати, накладати, накласти, огризатися, огризнутися, перебивати, перебити, перегороджувати, перегородити, перемішати, перемішатися, перемішувати, перемішуватися, перепинити, перепиняти, переплутати, переплутувати, перервати, переривання, переривати, перешкоджати, перешкодити, перешкодьте, плутанина, порушувати, потурбувати, поштовх, противтеся, протиставити, протиставляти, ричати, складений, складовий, сплутайте, стурбувати, турбувати, турбуйте, унеможливити, унеможливлювати, усувати, усунути, шлях, штовхати, штовхнути, амальгама, домішка, змішання, змішування, композиція, мікстура, помічник, пюре, розтовкти, салат, склад, суміш, твір, товкти
μίγμα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mieszać, mieszanina, mieszanka
μίγμα στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zmes
μίγμα στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μίγμα για κρέπες, μίγμα μάρκετινγκ, μίγμα marketing, μίγμα για λουκουμάδες, μίγμα για βάφλες, μίγμα προβολής και επικοινωνίας, μίγμα marketing 4p, μίγμα γαλακτοπαραγωγής σε πέλλετς, μίγμα προϊόντος, μίγμα ή μείγμα