lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μέτωπο

Λεξικό: αγγλικά μέτωπο
Μεταφράσεις: brow, face, forefront, forehand, forehead, front, frontal, leading, spearhead, fore, nose
μέτωπο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čelo, fronta, líc, obličej, plocha, průčelí, smělost, tvář, čelní, čelný, frontální, přední, před, předek, vpředu
μέτωπο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angesicht, spitze, stirn, vorderseite, vordere, front, vorderteil
μέτωπο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: ansigt, pande, forrest, bog, facade, foran, forside, front
μέτωπο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cara, faz, frente, rostro, testuz, frontal, primero, delantera, testa
μέτωπο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: face, front, passe-montagne, frontal, premier, antérieure, avant, avant-train, devant, partie
μέτωπο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: faccia, fronte, testa, viso, frontale, primo, davanti, prora
μέτωπο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ansikt, fjes, framsida, panna, panne, forrest, fremst, bog, foran, forside, front
μέτωπο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: лоб, чело, ведущий, лобный, лобовой, передний, телеведущий, перед, перёд, передок
μέτωπο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fasad, framsida, panna, tät, bog, front
μέτωπο στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: ballë, fytyrë
μέτωπο στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: лоб
μέτωπο στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лоб, чало, вядучы, лабавы, перад
μέτωπο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: laup, nägu, otsaesine
μέτωπο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: etupuoli, kasvot, otsa, rintama, keula
μέτωπο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čelo, lice, pred, prije
μέτωπο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felület, homlok, lap, élenjáró, elülső, eleje, előrész
μέτωπο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kakta, veidas, priekinis, priekis
μέτωπο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cara, faz, frente, fronte, rosto, testa, capital, cardinal, dirigente, moderador, principal, vanguarda
μέτωπο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: čelo
μέτωπο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: лоб, чоло, ведучий, диктор, клавіша, ключ, ключовий, лобовий, перший, підсилений, провідний, управління, перед
μέτωπο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czoło, czołowy, przód
μέτωπο στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μέτωπο δικηγορικής αντίστασης, μέτωπο εργαζομένων για τη συνδικαλιστική αντεπίθεση, μέτωπο αγώνα σπουδαστών, μέτωπο όχι, μέτωπο ψηλά, μέτωπο γυναικών, μέτωπο πολισάριο, μέτωπο αναρχομηδενιστικής συνείδησης για τη διάχυση του αρνητικού, μέτωπο κύματος, μέτωπο αναρχομηδενιστικής συνείδησης