lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μέτοχος

Λεξικό: αγγλικά μέτοχος
Μεταφράσεις: shareholder, share-holder, stockholder, contributor, partner, sharer, stakeholder
μέτοχος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akcionář, podílník, společník, účastník
μέτοχος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aktieninhaber, aktion, aktionär, anteilseigner
μέτοχος στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: accionista, contribuyente, socio
μέτοχος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: actionnaire, partageant
μέτοχος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: azionista
μέτοχος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aksjonær
μέτοχος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: акционер, пайщик
μέτοχος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktieägare
μέτοχος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: акционер
μέτοχος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: акцыянер
μέτοχος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: aktsionär
μέτοχος στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: dioničar
μέτοχος στα κροατικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: akcininkas, dalininkas
μέτοχος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: accionista
μέτοχος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акціонер
μέτοχος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: akcjonariusz, udziałowiec
μέτοχος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

μέτοχος & επενδύσεις, μέτοχος επε ασφάλιση, μέτοχος στα αγγλικά, μέτοχος αγγλικα, μέτοχος συνώνυμα, μέτοχος ορισμός, βασικόσ μέτοχοσ, αφανήσ μέτοχοσ, κυρίαρχος μέτοχος