lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μέρος

Λεξικό: αγγλικά μέρος
Μεταφράσεις: domicile, lieu, location, place, point, position, room, scene, seat, shade, site, situation, space, spot, standing, stead, venue, borough, countryside, locality, circus, court, ground, lot, piazza, playground, plaza, square, biota, blemish, blot, blotch, blur, macula, mark, slur, smear, smirch, smudge, smut, soil, splash, splodge, splotch, stain, taint
μέρος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bod, bydliště, flek, flíček, místo, náměstí, postavení, rezidence, sídlo, situace, služba, stav, stupeň, tečka, věc, lokalita, poloha, prostranství, staveniště, umístění, nečistota, poskvrna, pošpinění, potřísnění, skvrna, špína, stříkanec, úhona
μέρος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: fleck, ort, platz, posten, punkt, rang, raum, stand, standort, statt, stätte, stelle, stellung, örtlichkeit, ortschaft, defekt, fehler, klecks, makel, maser, schmutzfleck, schönheitsfehler
μέρος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: plads, prik, punkt, rom, sted, plan, fleks, klat, plet
μέρος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: asiento, localidad, lugar, paraje, parte, plaza, sitio, teatro, glorieta, borrón, defecto, desdoro, mácula, mancha, mancilla, mugre
μέρος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aiguade, endroit, griffon, lieu, mangeure, place, point, refuite, résidence, localité, chantier, demi-lune, emplacement, esplanade, foirail, parvis, éclaboussure, lampée, macule, souillure, tache
μέρος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: dimora, luogo, parte, piazza, posto, punto, spazio, località, stazione, largo, piazzale, spiazzo, chiazza, macchia, spruzzo
μέρος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bopel, plass, poeng, punkt, rom, sitteplass, sted, ort, stilla, plan, torg, blekklatt, flekk, klatt, plett
μέρος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: должность, место, местность, площадка, площадь, пятно
μέρος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: plats, punkt, rom, rum, ställe, utrymme, lägga, lokalisera, ort, placera, samhälle, sätta, ställa, tätort, plan, torg, blekklatt, fläck, klatt, klick, palett
μέρος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vend, shesh, njollë
μέρος στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: плошта, мясціна, мясцовасць, пляцоўка, лапіна
μέρος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ruum, laik, plekk
μέρος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asuinpaikka, huone, kotipaikka, paikka, sija, tila, tori, läikkä, pilkku, saasta, tahra, täplä
μέρος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mjesto, trg, kraj, mrlja
μέρος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hely, tér, helység, telek, folt, paca, pecsét, petty, szégyenfolt
μέρος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aikštė, gatvė, vieta, dėmė
μέρος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adro, local, localidade, lugar, paragem, pararei, parca, praça, recinto, sitio, sítio, teatro, passaje, terreno, meseta, terreiro, borrão, desadoro, mácula, mancha, nódoa, pinta
μέρος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: kraj, prostor
μέρος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: miesto, škvrna
μέρος στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: miejsce, miejscowość, plac, plama
μέρος στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: грант, громада, ґрунт, держава, загал, земля, копання, країна, місцевість, мотив, община, підстава, поле, сільський, спільність, спільнота, суспільство, товариство, блок, блокувати, встановити, дзвеніти, дзвінок, дзвонити, заблокувати, задзвеніти, каблучка, квадрат, квадратний, квартал, кільце, крок, крокувати, майдан, майданчик, область, перегороджувати, перегородити, перон, платформа, площа, площадка, площу, простувати, прямувати, район, ставити, темп, хода, вада, витончений, відбивання, віддзеркалення, відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, віднесення, відтиск, гладенький, дефект, знак, ляпка, марка, мітка, пляма, пляму, подагра, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, помітити, помічати, прикмета, приписування, слід, штамп
μέρος στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

μέρος του λόγου, μέρος συνώνυμα, μέρος του δακτύλου, μέρος του λόγου χαλανδρι, μέρος κλίση, μέροσ β φεκ 51 α 97, μέρος β - φεκ 51 α /1997, μέρος του λόγου κατηγορούμενο, μέρος για παιδικό πάρτυ, μέρος του ηφαιστειακού τόξου στο αιγαίο