lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μένω

Λεξικό: αγγλικά μένω
Μεταφράσεις: abide, domicile, dwell, inhabit, live, reside, stay, keep, remain, rest, tarry, abode, sojourn, become, get, remains
μένω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bydlet, meškat, obývat, prožít, sídlit, žít, zůstávat, dodržet, držet, mít, podržet, přidržet, setrvat, udržovat, zbýt, zbývat, zůstat, pobýt, pobývat, prodlévat, stát, pozůstatek, zbytek
μένω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bewohnen, bleiben, leben, wohnen, geblieben, halten, aufhalten, hausen, verweilen, weilen, bekommen, werden, woraufhin, dableiben
μένω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bebo, blive, bo, boning, bor, leve, forblive, holde, rast, rest, ro, blid, bosted, dvæle, ske
μένω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: habitar, morar, quedar, quedarse, residir, vivir, permanecer, estar, hacerse, llegar, volverse
μένω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: demeurer, habiter, loger, percher, résider, rester, tenir, gîter, parcourir, séjourner, devenir, reste
μένω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: abitare, alloggiare, campare, dimorare, esistere, risiedere, stare, vivere, mantenere, restare, rimanere, ritenere, tenere, divenire, diventare
μένω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bebo, bli, bo, boning, bor, leve, forbli, la, rast, rest, ro, befinne, bosted, dvele
μένω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жить, квартировать, обитать, держать, пребыть, пребывать, заделать, становить, стать
μένω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bo, boning, bostad, vistelse, återstå, återstoden, behållning, bli, förbli, rast, rest, ro, vila, hemvist, vistas
μένω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: banoj, jetoj, rri, rroj, mbaj
μένω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жыць, трымаць, быць, знаходзіцца, прабываць
μένω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: elunema, jääma
μένω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: asua, elää, elellä, jäädä, pysyä, pysyttää, käydä
μένω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: stanovati, živjeti, držati, ostati, boraviti
μένω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: lakni, időzni, tartózkodni, megmarad, elmarad, hátramarad, megmaradni
μένω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būti, gyventi, likti, tapti
μένω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: existir, ficar, habitar, morar, quedar, residir, vibre, viver, manter, permanecer, restar, ter, tornar-se, quedares
μένω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: stanovati, ostati
μένω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: баріться, віяти, дихніть, жити, залишатися, залишитися, зупинятися, існувати, існуйте, лишатися, лишитися, мешкайте, мешкати, перебування, перебувати, перебудьте, подих, пожити, проживати, хатина, далі, продовжувати, продовжуватися, продовжуйтеся, точитись
μένω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: mieszkać, pozostać, przebywać, zostać, zostawać
μένω στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: byť
μένω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

μένω σε κάποια γειτονιά, μένω εκτός στίχοι, μένω εκτός, μένω ενεός, μένω κι επιμένω - γιάννης πλούταρχος, μένω εδώ στίχοι, μένω δένω πλένω, μένω αρχικοι χρονοι, μένω demy, μένω σε κάποια γειτονιά στίχοι