lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: μέλος

Λεξικό: αγγλικά μέλος
Μεταφράσεις: element, link, member, module, commoner, fellow, freeman, honorary, penis, artery, extremity, limb
μέλος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: článek, člen, členský, element, končetina, příslušník, prvek, složka, úd, živel, penis, společník, extrémnost, konec, krajnost
μέλος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: element, glied, mitglied, stufe, angehörige, penis, extremität
μέλος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: element, lem, medlem, penis
μέλος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: elemento, miembro, pene, socio, extremidad
μέλος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: élément, maillon, membre, phalange, segment, académicien, associé, commissaire, congressiste, équipier, frondeur, ligueur, pénis, récipiendaire, sociétaire, suppôt, symphoniste, extrémité
μέλος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: componente, elemento, maglia, membro, socio, iscritto, pene, arto
μέλος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: ledd, lem, medlem, medlemm
μέλος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: звено, член, конечность, оконечность
μέλος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lem, ledamot, medlem
μέλος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: element, pjesëtar
μέλος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: член
μέλος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: член, сябра, канечнасць
μέλος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aines, alkio, alkuaine, jäsen, kalu, raaja
μέλος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: član, penis
μέλος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: végtag, tag
μέλος στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: componente, elemento, meio, membro, pene, sócio
μέλος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кінцівка, учасник, член, конечність, край
μέλος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: człon, członek, kończyna
μέλος στα πολωνική »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: peenis
μέλος στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: varpa
μέλος στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

μέλος δεπ, μέλος στο opap.gr, μέλος ετυμολογια, μέλος φάντασμα, μέλος εφορευτικής επιτροπής, μέλος χρυσής αυγής, μέλοσ τησ χρυσήσ αυγήσ, μέλος τεε, μέλος συριζα, μέλος σεπ