lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λοφίσκος

Λεξικό: αγγλικά λοφίσκος
Μεταφράσεις: hill, hillock, uphill, height, knoll, kopje, mound
λοφίσκος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kopec, kopeček, návrší, pahorek, vrch, kupa, mohyla, úbočí, vršek
λοφίσκος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anhöhe, hügel
λοφίσκος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bakke, høj, ås
λοφίσκος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: colina, loma, otero, cerro
λοφίσκος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: butte, colline, montagnette, monticule, soupente, coteau, mamelon, tertre
λοφίσκος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: colle, collina, collinetta, eminenza, poggio
λοφίσκος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bakke, berg, ås, haug, knabb
λοφίσκος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: бугор, горка, холм, высота, пригорок, холмик
λοφίσκος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: backe, berg, ås
λοφίσκος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: breg, kodër
λοφίσκος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: хълм
λοφίσκος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: пагорак, груд, капец, узгорак
λοφίσκος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: küngas
λοφίσκος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kukkula, kunnas, mäki, kumpu
λοφίσκος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brijeg
λοφίσκος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: domb, bucka, hant
λοφίσκος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kalva
λοφίσκος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: colina, lomba, cerro, eminência, morro
λοφίσκος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: deal
λοφίσκος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: hrib
λοφίσκος στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: kopec
λοφίσκος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бугор, гора, горб, висота, височина, горбик, горбок, зріст, мілина, монтувати, пагорб, пагорок, підійматися, піднятися, сосок, сходити
λοφίσκος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: górka, pagórek
λοφίσκος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

λοφίσκος λαγκαδά, λοφίσκος ιωαννίνων