lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λοξοδρομώ

Λεξικό: αγγλικά λοξοδρομώ
Μεταφράσεις: deflect, deviate, digress, divert, ramble, swerve, veer
λοξοδρομώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: odběhnout, odbočit, odbočovat, odchýlit, odklánět, odklonit, uchýlit
λοξοδρομώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbiegen, abgewichen, abschweifen, abschwenken, abweichen, einlenken, schwenken
λοξοδρομώ στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: declinar, desviar, desviarse
λοξοδρομώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: aberrer, biaiser, décliner, dévier, rabattre
λοξοδρομώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: declinare, deflettere, deviare
λοξοδρομώ στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отклонять
λοξοδρομώ στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: poiketa
λοξοδρομώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: desviar
λοξοδρομώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zbaczać
λοξοδρομώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

λοξοδρομώ συνώνυμο