lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λογικός

Λεξικό: αγγλικά λογικός
Μεταφράσεις: adequate, reasonable, consequent, consequential, logic, logical, advisable, astute, discreet, down-to-earth, judicious, judiciousness, politic, prudent, sagacious, sane, saner, sanest, sensible, well-judged, comprehending, rational, sapient, smart, thinking, wit
λογικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: rozumný, slušný, moudrý, opatrný, rozvážný, bystrý, chytrý, inteligentní
λογικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: angemessener, vernünftig, verständig, folgerecht, konsequent, logisch, einsichtig, klug, sinnvoll, verstanden, weise, gescheit, intelligent, scharfsinnig
λογικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fornuftig, logik, logisk, forstandig, klog, klok, gløgg, intelligent
λογικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: razonable, consecuente, lógica, lógico, cabal, considerado, cuerdo, discreto, juicioso, maduro, módico, prudente, sabio, sensato, cauto, inteligente, racional
λογικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: raisonnable, conséquent, logique, suivi, judicieux, juste, sage, sensé, avisé, intelligent
λογικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: equo, ragionevole, logica, logico, assennato, saggio, accorto, intelligente, razionale
λογικός στα ιταλικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: благоразумный, толковый, логика, логичен, логический, логичный, благоразумен, здравый, рассудителен, рассудительный, мудрый, разумен, разумный, умный
λογικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: förnuftig, rimlig, logisk, forstandig, förståndig, klok, resonabel, resonlig, vettig, intelligent
λογικός στα σουηδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: razoaste, coerente, discursivo, lógica, lógico, circunspecto, discreto, formal, judicioso, módico, ponderado, prudente, reflexivo, sábio, sagaz, sensato, astuto, cauto, inteligente, racional
λογικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: rozumný
λογικός στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dorzeczny, logiczny, rozsądny, rozumny
λογικός στα πολωνική »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: følgeriktig, logikk, logisk, rasjonal, fornuftig, forstandig, klok, vettig, gløgg, intelligent
λογικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: логика
λογικός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лагічны, разважны, разумны
λογικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: loogika, loogiline, mõistlik, tark, arukas, nutikas
λογικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: logiikka, älykäs, äly, järkevä, viisas
λογικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: logičan, logika, razuman, pametan
λογικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: logika, logikai, bölcs, épeszű, értelmes, ésszerű, higgadt, józan, eszes, intelligens
λογικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: logika, logiškas
λογικός στα λιθουανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: ґрунтовний, дискусійний, звук, звучати, здоровий, логічний, міцний, справний, безсторонній, доречний, доцільний, завбачливий, законний, кмітливий, критичний, мудрий, навмисний, неупереджений, обачливий, обачний, обдуманий, обережний, обізнаний, обміркований, передбачливий, поінформований, прийнятний, прозорливий, проникливий, процесуальний, рекомендовано, розважливий, розважний, розсудливий, розумний, скромний, судовий, урівноважений, інтелектуальний, нормальний, раз-розумний, раціональний, розуміння, цілющий
λογικός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

λογικός θετικισμός, λογικός και συναρτησιακός προγραμματισμός, λογικός συνώνυμα, λογικός εμπειρισμός, λογικός θετικισμός popper, λογικός προγραμματισμός, λογικός σχεδιασμός, λογικός αναλυτής, λογικός ατομισμός, λογικός συλλογισμός