lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λογαριασμός

Λεξικό: αγγλικά λογαριασμός
Μεταφράσεις: account, settlement, bill, calculation, calculus, check, computation, count, invoice, note, prow, reckoning, score, voucher, coverage, narrative, relation, relationship
λογαριασμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: konto, účet, úhrada, urovnání, vyrovnání, faktura, kalkulace, kamínek, odhad, počet, počítání, poznámka, přepočet, propočet, sčítání, součet, účtenka, výpočet, vypočítávání, vypočítavost, zkouška, známka, líčení, poměr, povídka, příběh, referát, relace, souvislost, spojení, vyprávění, vztah, závislost, zpráva
λογαριασμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: konto, rechnung, abrechnung, berechnung, anmerkung, faktur, faktura, kalkül, nota, note, notiz, rechenschaft, rechnungsstellung, warenrechnung, zebu, aussage, bericht, beziehung, relation, verhältnis
λογαριασμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: konto, beregning, faktura, karakter, node, nota, regning, beretning, forbindelse, forhold, fortælling, historie
λογαριασμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cuenta, apunte, cálculo, factura, nota, recibo, narración, relación, relato
λογαριασμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: compte, arrêté, règlement, supputation, addition, calcul, examen, facture, note, compte-rendu, interrelation, rapport, récit, relation
λογαριασμός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: account, conto, annotazione, appunto, bolletta, calcolo, computo, fattura, notazione, racconto, rapporto, referto, relazione, rendiconto
λογαριασμός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: konto, avregning, beregning, faktura, nota, notis, regning, beretning, forhold, historie, relasjon
λογαριασμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: счёт, подсчёт, расчет, расчёт, вычисление, исчисление, калькуляция, накладная, нота, отметка, счет, донесение, отношение
λογαριασμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: konto, avräkning, redovisning, avrepning, kalkyl, löpsedel, räkenskap, räkning, regning, beräkning, beredning, framställning, mellanhavande
λογαριασμός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: llogari
λογαριασμός στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: konto, arve
λογαριασμός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: lasku, tili, laskeminen, laskento, lukeminen, merkintä, kertomus, selonteko, suhde
λογαριασμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beszámolás, fiók, számvetés, hangjegy, számla, számlálás, elbeszélés, viszony
λογαριασμός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: sąskaita, faktūra, gaida, pastaba, pažymys, prierašas, važtaraštis
λογαριασμός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: conta, cruenta, apontamento, aponte, cálculo, recibo, conto, narraria, narrativa, relato, relatório
λογαριασμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: účet, vzťah
λογαριασμός στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: konto, obrachunek, rachunek, relacja
λογαριασμός στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: изчисление, нота, отметка, отношение
λογαριασμός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: račun, odnos
λογαριασμός στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: račun
λογαριασμός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: граф, імпульс, квитанція, клітка, контроль, крейда, крихітка, лік, лічба, лічення, лічити, нараховувати, обчислення, перевірити, перевірка, перевіряти, полічити, рахівниці, рахування, рахувати, рахунок, розраховувати, розрахувати, розрахунок, чек, шах
λογαριασμός στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

λογαριασμός google, λογαριασμός microsoft, λογαριασμός δεη, λογαριασμός μισθοδοσίας, λογαριασμός όψεως, λογαριασμός δεη online, λογαριασμός οτε, λογαριασμός ευδαπ, λογαριασμός paypal, λογαριασμός εγλσ για ασφαλιστικές εισφορές οαεε