lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λογαριάζω

Λεξικό: αγγλικά λογαριάζω
Μεταφράσεις: calculate, compute, account, count, countenance, estimate, evaluate, reckon, tally, tot, accounts
λογαριάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: počítat, propočítat, spočítat, vykalkulovat, vypočítat, vypočítávat, hodnotit, kalkulovat, konto, napočítat, ocenit, odhadnout, odhadovat, odpočítat, počet, považovat, přepočet, součet, účet, uvažovat, výpočet, zhodnotit
λογαριάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: berechnen, errechnen, kalkuliere, kalkulieren, rechnen, ausgerechnet, ausrechnen
λογαριάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: beregne, kalkulere, regne, stipulere, konto, vurdere
λογαριάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: calcular, computar, suputar, contar, numerar
λογαριάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: calculer, supputer, compter, computer, dénombrer, évaluer
λογαριάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: calcolare, computare, contare, conto, valutare
λογαριάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: beregne, kalkulere, regne, stipulere, konto, vurdere, telle
λογαριάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вычислять, калькулировать, подсчитывать, высчитывать, исчислять, рассчитывать, считать, учитывать, сосчитать
λογαριάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: laskea
λογαριάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: calcular, computar, orçar, contar, numerar, ornear
λογαριάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: calcula, evalua, socoti
λογαριάζω στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kalkulować, obliczać, obrachować, rachować
λογαριάζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: beräkna, värdering
λογαριάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: вылічаць, вылічваць, падлічваць
λογαριάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beszámolás, számlálás
λογαριάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вираховувати, вирахувати, гадати, добавити, добавляти, додавати, додайте, додати, казати, наказати, наказувати, обчислити, обчислювати, обчисляти, оповідати, передати, підраховувати, підрахувати, підрахуйте, полічити, прибавити, прибавляти, рахувати, розказати, розказувати, розпізнавати, розпізнати, розповідати, розповісти, розраховувати, розрахувати, скажіть
λογαριάζω στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

λογαριάζω συνώνυμα