lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λιώνω

Λεξικό: αγγλικά λιώνω
Μεταφράσεις: defrost, melt, thaw, disband, solve, unloose, decompose, dilute, dissolve, resolve, found, fuse, smelt, drown, liquefy
λιώνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: rozmrazit, rozmrazovat, rozmrznout, rozpouštět, rozpustit, roztát, tát, luštit, mizet, řešit, rozřešit, roztavit, smíchat, tavit, vyluštit, vyřešit, ředit, rozhodnout, rozkládat, rozředit, tlít, zničit, zředit, zrušit, odlít, slévat, ulít, slít, sloučit, slučovat, smísit, spojit, potopit, topit, utopit, zatopit, zkapalnit
λιώνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abfrieren, auftauen, tauen, auflösen, lösen, zergehen, auslassen, schmelzen, getaut, ertränken, ertrinken, schmelze
λιώνω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: descongelar, deshelar, deshelarse, derretirse, deshacer, disolver, disolverse, fundir, resolver, solucionar, derretir, desatar, diluir, malcriar, liquidar, fundirse, ahogar, ahogarse, anegar, licuar, ligar, sumergir, fundición
λιώνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: dégeler, déglacer, disperser, dissocier, dissoudre, fluidifier, fondre, licencier, résoudre, débaucher, diluer, fuser, liquéfier, mixtionner, propager, allier, coule, noyer
λιώνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: disgelare, sgelare, fondere, liquefarsi, risolvere, sciogliere, sciogliersi, struggere, dissolvere, affogare, annegare, liquefare
λιώνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: tine, oppløse, smelte, beslutte, tø
λιώνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: отмерзать, оттаивать, таять, распустить, растворить, распускать, растворять, расформировывать, расплавлять, растапливать, растопить, расплавить, сплавить, топить, вытопи
λιώνω στα ρωσικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: sulatama
λιώνω στα εσθονική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: degelar, descongelar, desvelasse, debelar, dissolver, fundir, resolver, solucionar, desatar, afogar, derretesse, desvelar, linchar, liquidar
λιώνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odmarzać, rozpuścić, rozpuszczać, roztapiać, roztopić, stopić, tajać, topić, topnieć, wytop
λιώνω στα πολωνική »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: smelte, beslutte, opløse, tø, drukne
λιώνω στα δανική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: upplösa, lösa, smälte, smälta
λιώνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shkrij, tres
λιώνω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: sulaa, sulattaa, laimentaa
λιώνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: riješiti
λιώνω στα κροατικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: расфарміроўваць, адтопліваць, ацяпляць, паліць, тапіць, топить
λιώνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: розпускати, танути, багаття, потонути, потопати, потопити, стріляти, тоніть, тонути, топити, утопити
λιώνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megolvadni, olvad, belefojtani, fullaszt
λιώνω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: topenia
λιώνω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

λιώνω για σένα στίχοι, λιώνω και το ξερεις, λιώνω ή λειώνω, λιώνω για σένα, λιώνω xatzifrageta στιχοι, λιώνω - xatzifrageta, λιώνω και δεν παλιωνω