lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: ληστεύω

Λεξικό: αγγλικά ληστεύω
Μεταφράσεις: depredate, pillage, plunder, rape, ravish, rob, rifle, drub, loot
ληστεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: drancovat, krást, loupežit, loupit, okouzlit, oloupit, plenit, plundrovat, rabovat, uchvátit, uloupit, unést, vydrancovat, vykrást, vyloupit, vyplenit
ληστεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: plündern, rauben, geraubt, schinden
ληστεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: plyndre, røve
ληστεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: desvalijar, robar, saltear, saquear, expoliar, merodear, pillar
ληστεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: brigander, piller, rapiner, ravir, rafler, marauder
ληστεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: depredare, incantare, rapinare, rapire, saccheggiare, svaligiare
ληστεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: plyndre, råna, røve, røva, herje, utplyndre
ληστεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: восхищать, грабить, ограбить, пограбить
ληστεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: råna, röva
ληστεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: грабіць, рабаваць
ληστεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hurmata, lumota, rosvota, ryöstää
ληστεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: pilhar, roubar, saltear, saquear, pilar
ληστεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: викрадіть, грабіж, грабувати, мішок, пограбувати, роб, схил
ληστεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: rabować, zrabować, łupić
ληστεύω στα πολωνική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hámozni, hántolni
ληστεύω στα ουγγρική »