lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λευκό

Λεξικό: αγγλικά λευκό
Μεταφράσεις: albumen, albumin, glair, protein, white, whiteness, bleach, whiten, whitewash
λευκό στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: běloba, běloch, bílkovina, čistý, bělost, bělit, bílit, nabílit
λευκό στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: albumin, eiweiß, eiweißkörper, protein, spleen, splint, weiß, weiße, weißen
λευκό στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: albumin, hvid, protein, hvis, blege
λευκό στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: albúmina, albura, blanco, clara, proteína, nieve, blanquear, encalar
λευκό στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: albumine, blanc, glaire, protéine, blancheur, blanchir, bleuter
λευκό στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: albume, albumina, bianco, proteina, bianchezza, biancore, candeggiare, imbiancare, sbiancare
λευκό στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: albumin, eggehvite, hvit, protein, bleke, blekne
λευκό στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: белок, белый, бели, белизна, заболонь, выбеливать, обелять, отбеливать
λευκό στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: äggviteämne, albumin, protein, nitlott, uttryckslös, vit
λευκό στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bardhë
λευκό στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: белтък, бял
λευκό στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: белы, белізна, адбельваць
λευκό στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: valk
λευκό στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: valkea, valkoinen
λευκό στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: bijel, bjelančevine
λευκό στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fehér, fehérség
λευκό στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: baltaodis, baltas, baltymas
λευκό στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: branco, proteína, encalar
λευκό στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: alb
λευκό στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: bel, bela
λευκό στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: proteín
λευκό στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: białko, biel, wybielać
λευκό στα πολωνική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: білизна, білити, біліть, застуда, простуда, ухилитися, ухиліться, ухилятися, холод
λευκό στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

λευκό τσάι, λευκό μου γιασεμί, λευκό λιοντάρι, λευκό ξύδι, λευκό κρασί, λευκό όρος, λευκό φόρεμα, λευκό τυρί, λευκό κρασί θερμίδες, λευκό ποινικό μητρώο