lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λεπτός

Λεξικό: αγγλικά λεπτός
Μεταφράσεις: fine, fine-spun, flimsy, reedy, slender, slim, tenuous, thin, thinnest, wispy, dainty, delicate, exquisite, exquisiteness, fond, fragile, gentile, gentle, gentlest, mild, nice, queasy, sappy, scabrous, sensitive, silken, soft, squeamish, sweet, tender, thin-skinned, ticklish, lissom, lithesome, rangy, svelte, willowy, subtle, exiguous, lean, meagre, scant, flabby, limp, slack, slight
λεπτός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hezký, hubený, jemně, jemný, konec, krásný, libový, malý, nepatrný, pěkný, povrchní, ryzí, slabý, štíhlý, tenký, ušlechtilý, útlý, bystrý, choulostivý, delikátní, dobrý, háklivý, hodný, křehký, lahodný, lámavý, lomivý, měkký, milý, mírný, něžný, povlovný, přecitlivělý, příjemný, sladký, subtilní, tichý, útlocitný, vybíravý, způsobný, důvtipný, omezený, skromný, skrovný, sporý, nenapnutý, ochablý, schlíplý, uvolněný, volný, zplihlý
λεπτός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dünn, dünnen, fein, mager, schön, spitz, zart, brüchig, delikat, empfindlich, feinfühlig, gebrechlich, heikel, mild, rücksichtsvoll, sanft, süß, weich, zärtlich, zerbrechlich, zierlich, gertenschlank, schlank, schmächtig, dezent, spitzfindig, subtil, hager, karg, schmal, schlaff, schlapp, schmiegsam
λεπτός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: fin, mager, pen, skøn, slank, smal, smuk, sparsom, spinkel, spredt, tynd, vakker, blid, blød, delikat, flink, lækker, lempelig, len, mild, mør, ømtålig, prekær, sart, sit, skør, skrøbelig, sød, subtil, tander, vanskelig, varlig, gild
λεπτός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aguado, bonito, delgado, delicado, escaso, escurrido, fino, flaco, leve, ralo, sutil, tenue, blando, bueno, frágil, muelle, primoroso, quebradizo, suave, vidrioso, esbelto, magro, flojo
λεπτός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: beau, clairet, clairsemé, délié, effilé, fin, gracile, grêle, léger, maigre, menu, mince, ténu, dégoûté, délicat, douillet, doux, fluet, fragile, gentil, morbide, mou, subtil, tendre, élancé, svelte, alambiqué, éthéré, raffiné, étriqué, exigu, faible, levrette, flasque, lâche, veule
λεπτός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: esile, fine, fino, leggero, lieve, magro, rado, scarno, scarso, sottile, tenue, amorevole, blando, cagionevole, cortese, delicato, fragile, gracile, gradevole, mite, molle, morbido, tenero, snello, acuto
λεπτός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: fin, flat, pen, skjønn, skrinn, slank, smal, spenslig, spinkel, tunn, tynn, vakker, blid, bløt, damemessig, delikat, kinkig, klen, lekker, lempelig, len, linn, mild, mør, myk, ømtålig, ørfin, prekær, sart, skjør, skrøpelig, snill, søt, subtil, tander, varlig, veik, gild, mager, smekker, spenstig, slapp
λεπτός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: мелкий, прекрасный, тонкий, тонок, деликатен, деликатный, изысканный, кроткий, мягкий, нежный, стройный, утончен, утонченный, утончённый, незначительный, тощий, худой, худощав, худощавый, вялый, гибкий, дряблый, отвислый
λεπτός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: smäcker, smal, smärt, spenslig, tunn, blid, blöt, bräcklig, brännbar, delikat, fin, finkänslig, hänsynsfull, kinkig, klen, len, ömsint, ömtålig, omtänksam, prekär, späd, spröd, subtil, tanger, mager, slank, spenstig, slapp
λεπτός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: bukur, hollë, ëmbël
λεπτός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: далікатны, лёгкi, тонкi, тонкі, кволы, ласкавы, пяшчотны, зграбны, стройны
λεπτός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õhuke, peen, sale, delikaatne, leebe, õrn, pehme
λεπτός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: harva, hieno, hintelä, hoikka, ihana, kaunis, laiha, armas, hauras, heikko, hellä, hempeä, hento, lauha, lempeä, löysä, makea, murea, pehmeä, rapea, veltto, vieno, solakka, hienostunut, laimea, hervoton
λεπτός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: mršav, tanak, sladak, fin, slab
λεπτός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: vékony, enyhe, finom, gyengéd, kényes, szelíd, válogatós, karcsú, nyúlánk, hajlékony, lanyha, petyhüdt, puha
λεπτός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: lieknas, plonas, puikus, retas, skystas, smulkus, subtilus, gležnas, keblus, meilus, minkštas, švelnus, trapus
λεπτός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aguado, belo, bonito, delgado, delicado, esquisito, fino, flanco, formoso, grácil, leve, magro, refinado, ameno, brando, doce, fofo, frágil, macio, meigo, mimoso, multe, primoroso, quebradiço, suave, esbelto, arguto, estético, ténue
λεπτός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: акуратний, витончений, вишуканий, волокнистий, гарний, гарно, гнучкий, гострий, делікатний, доладний, дрібний, красивий, крихкий, лагідний, ламкий, маленький, малий, милий, невеликий, незначний, павукоподібний, пеня, прекрасний, прекрасно, приємний, ретельний, різкий, розбірливий, силогізм, сильний, симпатичний, слабкий, стрункий, тактовний, тонкий, туманний, чудово, штраф, штрафувати, ароматний, відданий, кашкоподібний, люблячий, мелодичний, мелодійний, ніжний, присвячений, пропозиція, пухнастий, шовковий, бродячий, відрізнений, ґречний, знаменитий, перебірливий, підроблений, складний, хороший, чемний, чудовий
λεπτός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: cienki, delikatny, smukły, subtelny, szczupły, wiotki
λεπτός στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: mehek
λεπτός στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jemný
λεπτός στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

λεπτός συνώνυμα, λεπτός αμφιβληστροειδής, λεπτός καρπός, λεπτόσ πάφοσ, λεπτός κύπρος, λεπτός σκελετός, παντελήσ λεπτόσ, μιχαλάκης λεπτός, γιώργος λεπτός, σωκράτης λεπτός