lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λειτουργία

Λεξικό: αγγλικά λειτουργία
Μεταφράσεις: action, activity, operation, acting, agency, effect, impact, proceeding, as, function, status
λειτουργία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: akce, aktivita, aktivnost, boj, chod, čilost, čin, činnost, děj, jednání, konání, působení, působnost, ruch, úkon, vliv, výkon, žaloba, dojem, efekt, fungování, hra, hraní, jev, následek, operace, provoz, síla, transakce, účinek, účinnost, funkce, postavení, služba, stav, úřad
λειτουργία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: akt, aktion, aktivität, betätigung, betrieb, funktion, handlung, rührigkeit, tat, tätigkeit, wirkung, arbeitsgang, auswirkung, effekt, ergebnis, folge, operation, resultat, amt, zweck
λειτουργία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aktion, aktivitet, gæring, handling, drift, effekt, følge, konsekvens, operation, virkning, embede, formål, status, verve
λειτουργία στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: acción, actividad, función, hecho, consecuencia, efecto, operación, resultado, secuela, oficio, propósito
λειτουργία στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: acte, action, activité, fonction, effet, fait, fonctionnement, force, jeu, opération, attribution, office, parrainage, situation
λειτουργία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: attività, atto, azione, effetto, servizio, funzionamento, operazione, funzionare, funzione, impiego, incarico, ruolo, situazione
λειτουργία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aktivitet, funksjon, gærning, handling, virksomhet, aksjon, drift, effekt, operasjon, virkning, status, tillitsverv, verv
λειτουργία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: действие, занятие, поступок, воздействие, операция, функция, цель
λειτουργία στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aktion, aktivitet, gärning, göromål, handling, verksamhet, drift, effekt, verkan, virkning, funktion
λειτουργία στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: aktivitet, veprim
λειτουργία στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: действие, последствие
λειτουργία στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: tegu, operatsioon, tagajärg
λειτουργία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: aktiivisuus, teko, toiminta, vaikutus, teho, toimi
λειτουργία στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: akcija, aktivnost, radnja
λειτουργία στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: akció, bevetés, cselekmény, elfoglaltság, részvény, ténykedés, tevékenység, cselekvés, hatály, működés, okozat, függvény, funkció
λειτουργία στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: veiksmas, darbas, eksploatacija, operacija, padarinys, pasekmė, poveikis, tikslas
λειτουργία στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acção, acciona, actividade, consequência, consequencial, efeito, impressão, operação, operacional, resultado, cargo, emprego, função, funciona, oficio, ofício, propósito
λειτουργία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: acţiune
λειτουργία στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: czynność, działanie, funkcja
λειτουργία στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: функцыя
λειτουργία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бюро, відомство, кабінет, контора, офіс, посада, функція
λειτουργία στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

λειτουργία μετρό, λειτουργία καρδιάς, λειτουργία pvr μέσω usb, λειτουργία θερμοκάμερας, λειτουργία εκκίνησης εφαρμογών chrome, λειτουργία καταστημάτων, λειτουργία otg, λειτουργία της καρδιάς, λειτουργία συνώνυμα, λειτουργία pvr