lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λεία

Λεξικό: αγγλικά λεία
Μεταφράσεις: prey, achievement, booty, capture, conquer, loot, quarry, raven, swag, plunder, trophy
λεία στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kořist, chytání, lovení, ukořistění, úlovek, trofej
λεία στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: beute, raub, errungenschaft
λεία στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bytte, beslaglæggelse, byte, fangst, rov
λεία στα δανική »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: proie, butin, capture, dépouille, trophée, curée, rapine
λεία στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: preda, bottino, cattura, conquista, refurtiva, malloppo
λεία στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: bytte, beslagleggelse, byte, fangst, rov, bergkløft
λεία στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: добыча, пища, нажива
λεία στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gjah
λεία στα αλβανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ohver, trofee
λεία στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: saalis, kaappaus, sieppaus
λεία στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: auka, grobis
λεία στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: korisť
λεία στα σλοβακική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pastwa, zdobycz, łup
λεία στα πολωνική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: conquista, logro, presa, trofeo, despojo, hurto
λεία στα ισπανικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: byte, bytte, erövring, rov
λεία στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: здабыча
λεία στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: hadizsákmány, martalék, préda, konc, zsákmány
λεία στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: logro, presa, despojo
λεία στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: pradă
λεία στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брати, валіза, везти, взяти, виготовлення, виготування, видобування, видобуток, видужання, виробництво, виробничий, віднести, відновлення, відносити, відшкодування, візьміть, возити, забирати, забрати, захоплювати, здавати, здобич, копання, мішок, набувати, набути, одужання, повернення, придбати, приймати, прийняти, провести, проводити, продуктивність, продукція, сумка, сфотографувати, торба, торбина, трофей, узяти, фотографувати
λεία στα ουκρανικά »

Σχετικές λέξεις

λεία λεξικό, λεία βιτάλη, λεία μπίνζερ, λεία χατζοπούλου καραβία, λεία μαλλιά, λεία τορναρίτη, λεία σεργάκησ, λία σεργάκη, λεία επιφάνεια, λεία καμπύλη