lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λαμβάνω

Λεξικό: αγγλικά λαμβάνω
Μεταφράσεις: assume, derive, gain, jockey, lark, receive, take, get, got, obtain, touch, qualify, accede, accent, accept, acclaim, admit, admitted, admitting, adopt, affiliate, embrace, engage, entertain, presume, presuppose, retain, treat
λαμβάνω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brát, chytit, dobýt, dostat, dostávat, najmout, obdržet, odbírat, odnést, odvést, pobírat, převzít, přijímat, přijmout, přistihnout, snímat, uchopit, ujímat, vzít, zabírat, zaujmout, získat, dosáhnout, získávat, dobývat, adoptovat, akceptovat, dovolit, dovolovat, hostit, najímat, osvojit, pohostit, pozdravit, předpokládat, připouštět, připustit, přivítat, souhlasit, uvítat, uznat
λαμβάνω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufnehmen, ausheben, bekommen, duschen, einlassen, empfangen, erhalten, genommen, hinnehmen, nehmen, zugreifen, abbekommen, kriegen, zurückbekommen, adoptieren, akzeptieren, annehmen, einnehmen, einstellen, entgegennehmen, voraussetzen, zugeben, zulassen, zustimmen
λαμβάνω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: få, fjerne, modtage, tage, antage, godtage
λαμβάνω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aceptar, admitir, agarrar, asumir, cobrar, coger, recibir, tomar, lograr, obtener, conseguir, reportar, sacar, acoger, adoptar, afiliar, ahijar, aprobar, consumir, percibir, prohijar, reconocer, suponer
λαμβάνω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assumer, emparer, engamer, engrener, prendre, obtenir, recevoir, agréer, hériter, remporter, sortir, accepter, acclimater, accueillir, admettre, adopter, festoyer, hospitaliser, préconcevoir, réceptionner, recueillir, reprendre, supposer
λαμβάνω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: assumere, levare, ospitare, pigliare, prendere, ricevere, rimuovere, ritirare, conseguire, intascare, ottenere, percepire, accettare, accogliere, adottare, ammettere, concedere, gradire, ipotizzare, presupporre, supporre, varare
λαμβάνω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: få, fjerne, godta, ta, motta, anta, godlaga, oppta, påta, utse
λαμβάνω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: брать, получать, принимать, получить, соглашать
λαμβάνω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ta, emotta, erhålla, få, motta, undfå, anamma, acceptera, adoptera, anta, antaga, bemöta, erkänna, godta, godtaga, instämma, känslighet, mottaga, ponera, utse, utvälja
λαμβάνω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: marr, pranoj
λαμβάνω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: агортваць, апаноўваць, атрымлiваць, атрымоўваць, ахопліваць, брацца, збіраць, узяць, атрымліваць, захворваць, здабываць, набываць, нажываць, браць, лічыць, прыймаць
λαμβάνω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: suhtuma, aktsepteerima
λαμβάνω στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ottaa, poistaa, saada, vastaanottaa, saavuttaa, edellyttää, hyväksyä, kohdella, olettaa, omaksua, suostua
λαμβάνω στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: primiti, skinuti, postići, dopustiti, posvojiti, prihvatiti
λαμβάνω στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: venni, kapni, megkapni, átvenni, átvesz, befogad, elfogad, elfogadni, elvállal, felvesz, szerződtet
λαμβάνω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: gauti
λαμβάνω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aceitar, admitir, agarrar, receber, tirar, tomar, topar, lograr, acolher, conseguir, obter, recobrir, sacar, adoptar, captar, concordar, conjecturar, supor
λαμβάνω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: primi, recunoaşte
λαμβάνω στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: брати, витягувати, дійти, досягати, досягнути, досягти, заставати, застати, креслити, малювати, накреслити, намалювати, натягати, натягнути, натягувати, притягати, притягнути, притягти, притягувати, простягатися, протягати, протягнути, протягувати, скочити, стрибати, стрибнути, стрибок, сягати, сягнути, тяга, тягнути, виграш, висновок, відновити, відновлювати, діставати, домогтися, збільшитися, збільшуватися, зведення, здобути, конспект, набувати, набути, накопичуватися, наростати, нарости, наростіть, одержати, одержувати, отримайте, отримати, отримувати, поновити, поновлювати, придбати, приймати, прийняти, принесіть, принести, приносити, резюме, акцептувати, бачити, вважати, визнавати, визнайте, визнати, впускати, дивитися, дивіться, допускати, допустити, доставити, доставляти, доставте, завдавати, завдати, засвоїти, засвоювати, набирати, набрати, набувайте, побачити, поставити, постачати, поступатися, пригостити, пригощати, прийміть, припускати, припустити, промовити, промовляти, розважати, розважити, розважте, удочерити, усиновити
λαμβάνω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: brać, otrzymać, otrzymywać, przyjmować
λαμβάνω στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dobiti, priznati, sprejeti
λαμβάνω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dostať
λαμβάνω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

λαμβάνω υπόψη, λαμβάνω αρχικοι χρονοι, λαμβάνω χώρα, λαμβάνω παραγωγα, λαμβάνω συνώνυμα, λαμβάνω κλίση, λαμβάνω υπόψη συνώνυμα, λαμβανω υποψη συνώνυμο, λαμβάνω χώρα συνώνυμα, λαμβάνω γνώση english