lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λίπος

Λεξικό: αγγλικά λίπος
Μεταφράσεις: big, bulky, chunky, coarse, coarseness, fat, fubsy, great, gross, gutsy, heavy, roughen, stout, succulent, thick, thicker, grease, lard, suet, adipose, bold, fatty, fleshy, greasy, oily, plump, snotty, unctuous
λίπος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hrubý, hustě, hustý, korpulentní, mastný, mocný, objemný, omezený, pevnost, pevný, prudký, silný, těžkopádný, tlustý, tučný, tupý, velký, zavalitý, mastnota, mazadlo, omastek, sádlo, tuk, baculatý, bohatý, boubelatý, buclatý, olejovitý, plný, tukový, zamaštěný
λίπος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dick, fett, fettig, gras, grob, groß, roh, speckig, stark, schmiere, schmuck, schmalz, schweinefett, schweineschmalz, speck, feist, fetten, schmierig
λίπος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: diger, fed, fedt, fedtstof, grov, stor, tyk, smult, talg, fedtet, lubben
λίπος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: abultado, espeso, gordo, gran, grande, graso, grosero, grueso, obeso, rollizo, tosco, voluminoso, grasa, manteca, unto, craso, grasiento, pingüe, untuoso, adiposo
λίπος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: boulot, épais, fort, gras, gros, grossi, grossier, matériel, rabelaiserie, truffe, volumineux, assaisonnement, graisse, panne, saindoux, adipeux, croustilleux, dodu, étoffé, graisseux, graveleux, gravelure, onctueux, potelé, rebondi
λίπος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: denso, fitto, forte, grasso, grosso, grossolano, ingombrante, pingue, sguaiato, spesso, untume, strutto, grassoccio, paffuto, unto, untuoso, adiposo
λίπος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: diger, fet, grov, tykk, fett, smult, talg, flott, feit, fettaktig, fettet, lubben
λίπος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: большой, грубый, густой, крупный, объемистый, толстый, приправа, смалец, жирен, жирный, маслянистый, масляный, жировой
λίπος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: diger, fet, grov, tjock, fett, späck, talg, flott, fettaktig, flottig, lubben
λίπος στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: голям
λίπος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: гаматны, грубы, шмалец, сыты, тлусты, тоўсты
λίπος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jämedakoeline, kare, paks, rasvane, suur
λίπος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: iso, paksu, sakea, sankka, taaja, ihra, ihrainen, rasva, voide, lihava, pullea
λίπος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: debeo, grub
λίπος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: busa, kövér, nedvdús, vaskos, vastag, háj, disznózsír, zsír, elhízott, gömböc, kenetes, zsíros
λίπος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: didelis, riebus, šiurkštus, storas, riebalai, tepalas
λίπος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: bárbaro, basto, denso, espesso, gordo, grande, grasno, grosseiro, tosco, volumoso, banha, gordura, graxa, unto, crasso, oleoso, seboso, untuoso, mantenha
λίπος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бідний, брутальний, важкий, вайлуватий, варварський, ведмежий, ведмідь, витримати, витримувати, вишикувати, вишикуватися, вузлуватий, грубий, грубіян, грубо-і-готовий, грубуватий, дикий, жорсткий, жорстокий, звання, земний, знижений, категорія, клас, класифікувати, клоунський, крупнозернистий, кудлатий, масивний, міцний, неввічливий, невеликий, невисокий, невихований, недостатній, незакінчений, необроблений, неочищений, непородистий, непристойний, нерівний, нести, нестиглий, низький, низько, носити, образливий, оцінити, оцінювати, перенести, переносити, підлий, потворний, ранг, різкий, роговий, родити, розряд, ряд, сердитий, сирий, слабкий, спекулянт, ступінь, суворий, терпкий, тихий, тяжкий, уривчастий, уродити, хриплий, чин, шерехатий, шершавий, шикувати, шикуватися, шорсткий, щетинистий, язичницький, жир, смалець, вершковий, жирний, зухвалий, маслянистий, масний, оліїстий, рясний, сальний, свинячий, сміливий, товстий, тужавий, широкий, щільний
λίπος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gruby, okrasa, sadło, smalec, tłusty, tłuszczowy
λίπος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: tuk
λίπος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

λίπος στο συκώτι, λίπος στη κοιλιά, λίπος κοιλιάς, λίπος στην κοιλιά ασκησεις, λίπος στο στήθος, λίπος στην κοιλιά αντρες ασκησεις, λίπος στα πόδια, λίπος φώκιας, λίπος στο στομάχι, λίπος στην κοιλιά γυναίκες