lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: λάδι

Λεξικό: αγγλικά λάδι
Μεταφράσεις: oil, oilier, attar, boozer, olive, wino
λάδι στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: nafta, olej, petrolej, ropa
λάδι στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erdöl, öl, ölig, olivenöl
λάδι στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: olie, råolie
λάδι στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aceite, óleo
λάδι στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: huilage, huile, pétrole, essence
λάδι στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: olio, petrolio
λάδι στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: olja, olje
λάδι στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: масло, масляный
λάδι στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: olja, olivolja
λάδι στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: vaj
λάδι στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: масло
λάδι στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: масла, аліва
λάδι στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: õli
λάδι στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: öljy
λάδι στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: olaj
λάδι στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: aliejus, alyva, nafta
λάδι στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aceite, óleo, unto
λάδι στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: olej
λάδι στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: масло, олію, олія, олива, оливо
λάδι στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: olej, olejek, olejny, oliwa
λάδι στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: nafta
λάδι στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

λάδι καρύδας, λάδι κάνναβης, λάδι αργκάν, λάδι τρούφας, λάδι και ρίγανη, λάδι λ, λάδι θερμίδες, λάδι αβοκάντο, λάδι canola, λάδι για μασάζ