lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κόπωση

Λεξικό: αγγλικά κόπωση
Μεταφράσεις: apply, fatigue, hardship, pain, sweat, toil, trouble, languor, lassitude, weariness
κόπωση στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bolest, námaha, obtíž, soužení, trápení, trest, únava, útrapa, malátnost, unavenost, vyčerpanost, zemdlelost
κόπωση στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: arbeit, ermüdung, mühe, mühsal, qual, schmerz, strapaze, müdigkeit
κόπωση στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: besvær, møge, pine, smerte, utak
κόπωση στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: afán, fatiga, molestia, pena, tarea, aburrimiento, cansancio, lasitud
κόπωση στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fatigue, labeur, peine, abattement, courbature, harassement, lassitude
κόπωση στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: fatica, lavoro, pena, travaglio
κόπωση στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: besvær, møda, møye, pine, slit, smerte, tretthet, uleilighet, umak
κόπωση στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: труд, изнурение, усталость
κόπωση στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: besvär, göra, möda, strapats
κόπωση στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: dhembje
κόπωση στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: труд
κόπωση στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: vaev
κόπωση στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: rasitus, vaiva
κόπωση στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: muka, umor
κόπωση στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: fáradság, nehéz, fáradtság, unalom
κόπωση στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: labor, obra, pena, fatiga, latitude
κόπωση στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: горе, діяти, попрацювати, працю, працювати, праця, робити, робота, роботи, робочий, служити, твір, труд, втома, втому, слабість, утома, утому
κόπωση στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: trud, znużenie
κόπωση στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: стомленасць
κόπωση στα λευκορωσίας »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: únava
κόπωση στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κόπωση και υπνηλία, κόπωση και δέκατα, κόπωση μετάλλων, κόπωση αδυναμία, κόπωση υπνηλία, κόπωση στα πόδια, κόπωση των επινεφριδίων, κόπωση και εξάντληση, κόπωση συμπτώματα, κόπωση υλικών