lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κόβω

Λεξικό: αγγλικά κόβω
Μεταφράσεις: clip, cut, scrap, sheaf, slash, snip, carve, chip, chop, mangle, slice, tailor, axe, crop, curtail, dock, nip, pare, stint, truncate, dissociate, handle, lop, retort, sever, shutoff, gash, intersect, traverse, abate, bias, coagulate, curdle, decapitate, fell, log, hack, hash, mince
κόβω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brousit, krájet, krouhat, nakrájet, nasekat, oříznout, ostříhat, pořezat, posekat, průřez, řez, řezat, říznout, rozkrájet, rozpárat, rozřezat, rozsekat, rozstříhat, sekat, šmikat, střih, stříhání, stříhat, tvar, uříznout, ušmiknout, přerušovat, setnout, urazit, odřezávat, porcovat, sestřihnout, vyřezat, vyřezávat, vysekat, kosit, odříznout, oklestit, okrájet, ořezat, ořezávat, osekat, osekávat, otesávat, seříznout, zkomolit, zkrátit, oddělit, odloučit, odseknout, odtrhnout, přerušit, přeseknout, křížit, křižovat, přetínat, procházet, projít, protínat, protnout, rozříznout, zkřížit, kácet, porazit, skolit, srážet, srazit, tuhnout, zastavit, ztuhnout
κόβω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: hauen, schneiden, schnitzen, zerstückeln, würfeln, abnehmen, abschneiden, kürzen, stutzen, abschlagen, durchschneiden, kreuzen, fällen, gerinnen, niederschlagen, hacken
κόβω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: klippe, skære, hakke, karve, snitte, skille, korse, oste, størkne
κόβω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cortar, dallar, tajar, rebanar, rajar, recortar, trinchar, amputar, cruzar, cruzarse, surcar, taladrar, coagular, coagularse, congelar, cuajar, decapitar, talar, picar, repicar, segar
κόβω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: charpenter, couper, défiler, tailler, trancher, déchiqueter, découper, biseauter, cisailler, ébrancher, retrancher, rogner, tronquer, amputer, détacher, croiser, entrecouper, entrecroiser, fendre, traverser, abattre, cailler, chanfreiner, chapeler, chaumer, coaguler, congeler, coupe, décapiter, figer, smasher, hacher
κόβω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: potare, tagliare, taglio, dilaniare, mozzare, troncare, recidere, staccare, incrociare, incrociarsi, intersecare, abbattere, mietere, schiacciare, tritare
κόβω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: flenge, hogge, hugga, klippa, klippe, klipping, sage, skjære, slipe, snitt, hakke, karve, snitte, avklippa, avsperre, skille, korsa, korse, felle, oste, størkne
κόβω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жалить, резать, кроить, вырезать, обрезать, обрезывать, обсекать, обезглавливать, отрезать, отрезывать, отсекать, перерезать, пересекать, пресекать, прорезать, срезать, срезывать, рубить, семенить, сечь
κόβω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hugga, klippa, skära, slipen, skäre, avklippa, avskära, blockera, genomskära, korsa, hacka
κόβω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pres, grij
κόβω στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: сека
κόβω στα βουλγαρικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: leikata, hakata, hyydyttää, kaataa
κόβω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: metszeni, vágni, lenyesni, levágni, átharap, átszelni, átvágni, keresztezni, aprítani, vagdal
κόβω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: cortar, talhar, picar, rachar, recortar, trinchar, cruzar, abater, coagular, decapitar
κόβω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: rezati
κόβω στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вигравірувати, вирізати, вирізка, вирізьбити, вирізьблять, відрізаний, відрізати, гравірувати, гравіруйте, зріз, косити, краяти, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, кроїти, фасон, зарубка, клеймо, котлета, рубаніть, рубати, сікти, січеник, спотворити, хутро, шаткувати, шматуйте
κόβω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: ciąć, krajać, kroić, obcinać, odcinać, przecinać, ścinać, siekać, ucinać
κόβω στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кроіць, рэзаць
κόβω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: oboriti
κόβω στα κροατικά »

Σχετικές λέξεις

κόβω το κάπνισμα, κόβω τούφες, κόβω φλέβες - λευτερης πανταζής, κόβω βεντούζες, κόβω το τσιγάρο, κόβω τη νύχτα στα δύο, κόβω φλέβες - λευτερης πανταζής στιχοι, κόβω φλέβες, κόβω και κολλάω, κόβω τη νύχτα στα δύο stixoi