lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κωμικός

Λεξικό: αγγλικά κωμικός
Μεταφράσεις: aberrant, bizarre, eerie, foreign, funny, odd, odd-looking, outré, peculiar, quaint, queer, quirky, rum, rummy, singular, strange, surprising, weird, burlesque, comic, comical, comically, hilarious, amusing, farcical, guy, laughable, ludicrous, ridiculous, droll
κωμικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: bizarní, cizí, cizinec, divný, jednotlivý, kuriózní, podezřelý, podivínský, podivný, překvapující, směšný, udivující, zahraniční, žertovný, zvláštní, burleskní, groteskní, komický, komik, absurdní, fraškovitý, posměšný, zábavný, šprýmař
κωμικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ausländisch, befremdend, eigenartig, eigentümlich, fremd, fremde, kurios, merkwürdig, seltsam, sonderbar, unheimlich, verwunderlich, wunderlich, komisch, lustig, vergnüglich, absurd, grotesk, lächerlich, närrisch, neckisch, skurril, unsinnig, widersinnig, drollig
κωμικός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: aparte, besynderlig, egen, ental, forunderlig, fremmed, kunstig, kuriøs, mærkelig, morsom, rar, sær, særegen, sjov, snedig, udenlandsk, underlig, komiker, komisk, rolig, absurd, kul, latterlig, luftig, meningsløs, urimelig
κωμικός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ajeno, cómico, curioso, divertido, extranjero, extraño, forastero, peregrino, raro, ridículo, singular, sorprendente, bufón, absurdo, chistoso, cursi, gracioso, irrisorio, risible
κωμικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bizarre, curieux, drôle, étonnant, étrange, étranger, fou, singulier, bouffe, bouffon, burlesque, comique, grotesque, amusant, dérisoire, drolatique, plaisant, ridicule, risible, saugrenu, désopilant, régalant, réjoui, réjouissant
κωμικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: bizzarro, buffo, comico, curioso, divertente, estero, estraneo, forestiero, giocondo, peregrino, singolare, strambo, straniero, strano, assurdo, dilettevole, irrisorio, ridicolo, spassoso
κωμικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: aparte, besynderlig, egen, egendomlig, eiendommelig, eksentrisk, entall, forunderlig, fremmed, konstig, kunstig, kuriøs, merkelig, morsom, pussig, rar, sær, særegen, snål, snodig, underlig, komiker, komisk, rolig, absurd, kul, latterlig, luftig, narraktig, tokig
κωμικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: забавный, иностранный, причудливый, смешной, странный, карикатурный, комичен, комический, комичный, нелепый, смехотворен, смехотворный
κωμικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: aparte, besynnerlig, egen, egendomlig, konstig, kuriös, lustig, märklig, märkvärdig, pussig, rar, sär, säregen, snål, underlig, dråplig, komisk, rolig, befängd, fånig, kul, löjlig, narraktig, orimlig, skojig, skrattretande, tokig, underhållande
κωμικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дзіўны, камічны, смешны, смяхотны
κωμικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: imelik, kummaline, naljakas, veider, koomiline, naeruväärne
κωμικός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: erikoinen, hassu, hullunkurinen, huvittava, kummallinen, merkillinen, omituinen, tuntematon, ulkomaalainen, vieras, hassunkurinen, koomikko, hauska
κωμικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: čudan, neobičan, smiješan, stran, zabavan
κωμικός στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: érdekes, furcsa, különös, sajátságos, mulatságos, nevetséges, vicces, képtelen, komikus, tréfás
κωμικός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: keistas, svetimas, juokingas, komiškas, absurdiškas
κωμικός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: alienígena, ameno, bizarro, chocante, cómico, divertido, engraçado, esquisito, estrangeiro, estranho, excêntrico, extravagante, peregrino, bufo, burlesco, grotesco, absurdo, chistoso, recreativo, ridículo, risível, chasco
κωμικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: bizar, ciudat, străin
κωμικός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: čuden, smešen
κωμικός στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: віддалений, дивний, допитливий, екстраординарний, забавний, любити, надзвичайний, неабиякий, незвичайний, незнайомий, неприродний, позачерговий, примхливий, скручений, сподобатися, схожий, чудакуватий, чудний, чужий, чужоземний, глузливий, гумористичний, дивакуватий, жартівливий, комічний, насмішкуватий, веселий, кумедний, кумедної, кумедною, потішний, радісний, регтайм, сміховинний, смішний, смішній, смішної, смішною, утішний
κωμικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dziwny, komiczny, śmieszny, ucieszny
κωμικός στα πολωνική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: смешник
κωμικός στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

κωμικόσ μονόλογοσ, κωμικόσ διάλογοσ, κωμικός συνώνυμα, γάλλος κωμικός, γερμανός κωμικός