lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κρύβω

Λεξικό: αγγλικά κρύβω
Μεταφράσεις: bury, hide, hoard, put, putt, sheathe, stow, tuck, skulk, underlie, conceal, envoy, obstruct, override, inhume, obscure, blind, cloak, ensconce, calfskin, dissemble, dissimulate, hid, hidden, hoodwink, mask, secrete, shroud, suppress, overshadow
κρύβω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: schovávat, skrýt, skrývat, ukrýt, ukrývat, zahalit, zakrývat, zasunout, zatajit, zakrýt, zamaskovat, zamlčet, zamlčovat, schovat, uschovat, halit, utajit, zaclonit, zahrabat, maskovat, pokrýt, potlačit, tajit, zastřít, krýt, zabraňovat, zastínit, zastírat
κρύβω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: verbergen, verstecken, decken, verhüllen, einstecken, weggelegt, verheimlichen, verschweigen, bedecken, einhüllen, tarnen, unterdrücken, unterschlagen, verschleiern, zudecken, verdecken
κρύβω στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: criar, disimular, encubrir, esconder, esconderse, guardar, inhumar, ocultar, tapar, recatar, embozar, ocultarse, cubrir, callar, celar, disfrazar, enmascarar, reservar, escudar, ofuscar, rebozar
κρύβω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cacher, escamoter, masquer, celer, dissimuler, receler, repairer, obscurcir, voiler, garder, planquer, taire, dérober, ensevelir, couvrir, marronner, renfermer, abriter, défendre, offusquer, ombrager, retrancher, camoufler, plâtrer
κρύβω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: nascondere, nascondersi, occultare, seppellire, offuscare, mascherare, ombreggiare
κρύβω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: gjemme, skjule, vara, dølge, hølja, mask, sølja, fortie
κρύβω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: погребать, прятать, хоронить, заслонять, затемнять, запрятать, припрятать, спрятать, схоронить, скрыть, таить, укрывать, скрывать, утаивать, закрывать, утаить
κρύβω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: glemme, gömma, vara, dölja, hölja, lock, mask, maskera, slöja, avblända, skymma
κρύβω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: fsheh, mbuloj
κρύβω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: таіць, хаваць, хоронить, скрыць, утаіць, скрываць, таіцца, утойваць, накрываць
κρύβω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kätkeä, salailla, salata, peittää, varjostaa
κρύβω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: elrak, elrejt, bújik, fedni, elrejteni, elbújni, elrejtőzni, elbújik, elbújtat, bujkál, bújtat, elbújtatni, rejtőzködik
κρύβω στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: slėpti, slėptis
κρύβω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: acobertar, esconder, ocultar, refugiar, sepultar, tapar, embolar, encobrir, camuflar, cobrir, preservar, recatar, silenciar, esconderes
κρύβω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ascunde
κρύβω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: skryť
κρύβω στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: виділіть, зарийте, заховати, зборка, переховати, переховувати, поховати, приховайте, приховати, приховувати, складка, сховати, ховати, ховатися, годувальниця, медсестра, нянька, няньчити, таїти, таїтись, таїтися, вгамувати, відніміть, вкривати, гамувати, заборонити, забороняти, заховувати, лицемірте, подавити, подавляти, придушити, придушувати, симулюйте, стримати, стримувати, сховатися, сховище, удержати, удержувати, укривати, утаювати, утримати, утримувати, ховайтеся
κρύβω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chować, kryć, przesłaniać, schować, skryć, taić, ukryć, ukrywać, zasłaniać, zataić
κρύβω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: kriti, pokriti, zakloniti
κρύβω στα κροατικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: skjule, glemme, dølge, mask, fortie
κρύβω στα δανική »

Σχετικές λέξεις

κρύβω συνώνυμα, κρύβω τον πόνο, κρύβω ονειροκρίτης, κρύβω στα ισπανικά