lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κρεμώ

Λεξικό: αγγλικά κρεμώ
Μεταφράσεις: hang, gibbet, dangle, adjourn, fail, halt, suspend, reprieve, droop, flag, flap, lop, sag, slouch
κρεμώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: oběsit, pověsit, věšet, viset, zavěsit, navěsit, odložit, přerušit, suspendovat, spadnout
κρεμώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: aufhängen, hängen, aussetzen, sperren, suspendieren, herabhängen
κρεμώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: hænge, hende
κρεμώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: ahorcar, colgar, colgarse, pender, suspender, ahorcarse, caer, remitir
κρεμώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: lanterner, raccrocher, accrocher, pendre, suspendre, pendiller, retomber, discontinuer, surseoir
κρεμώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: impiccare, impiccarsi, appendere, pendere, attaccare, sospendere
κρεμώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: henge, dingla, slynga, innstille, slenge
κρεμώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: вешать, повесить, навешивать, висеть, завесить, навесить, подвесить, завешивать, нацеплять, подвешивать, свисать
κρεμώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: hänga, dingla, slänga, inställa, suspendera
κρεμώ στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: var
κρεμώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: павесіць, вешаць, вісець, завесіць, абвісаць, звісаць
κρεμώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: ripustaa, nuokkua
κρεμώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: felakasztani, akaszt, akasztani, függ, függeni, lógni, lefagy
κρεμώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: coligar, guindar, pender, suspender, pendurar
κρεμώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: вірьовка, ланцюжок, повісити, струна, відкладати, відкласти, вішайте, вішати, підвісити, підвішувати, повід, повісьте, припинити, припиняти, висіти, заважити, завісити, звисати
κρεμώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: powiesić, wieszać, wisieć, zawiesić, zawieszać, zwisać
κρεμώ στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: objesiti
κρεμώ στα κροατικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: viseti
κρεμώ στα σλοβενική »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: спирам
κρεμώ στα βουλγαρικά »

Σχετικές λέξεις

κρεμώ συνωνυμα, ρημα κρεμώ