lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κρατώ

Λεξικό: αγγλικά κρατώ
Μεταφράσεις: captivate, catch, clasp, clung, clutch, comprehend, fasten, fumble, grab, grapple, grasp, grasped, gripe, hold, seize, snap, snatch, tong, keep, wield, remember, reminiscent, retain, remain, rest, stay, tarry, abide, abode, continue, remains, adhere, buoy, cleave, cling, grip, affirm, allege, detain, earn, entertain, maintain, obtain, persist, support, sustain, arrest, desist, help, refrain, sleep, suppress, withhold
κρατώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: čapnout, chápat, chňapat, chňapnout, chvat, chycení, chyt, chytat, chytit, dohonit, dostat, držet, kořist, lapat, lapit, mít, nachytat, pochopit, pochytit, podržet, polapení, polapit, popadnout, přidržet, přistihnout, stihnout, úchop, uchopení, uchopit, uchvácení, uchvátit, udržovat, ukořistit, úlovek, upoutat, vzít, zachycovat, zachytit, zadržet, zajmout, zasáhnout, zatknout, zaujmout, dodržet, ponechat, připomenout, bydlet, meškat, setrvat, zbýt, zbývat, zůstat, zůstávat, pozůstatek, zbytek, udržet, zachovat, zachovávat, zadržovat, chovat, hájit, podepřít, podpírat, podporovat, snést, trvat, tvrdit, uchovat, uschovat, uvádět, vydržovat, vytrvat, výživa, vyživovat, zastávat, živit, živobytí, aretovat, zarazit, zastavit, zdržet
κρατώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: anfassen, anpacken, auffangen, eingefangen, erfassen, erwischen, fangen, fassen, greifen, halten, packen, schnappen, zugreifen, einhalten, einzuhalten, innehaben, denken, gedenken, wissen, bleiben, geblieben, zurückbleiben, festhalten, aufrechterhalten, aushalten, ausstehen, behalten, behaupten, erhalten, ertragen, stützen, unterhalten, unterstützen, vorgeben, wahren, aufzuhalten, einstellen, festnehmen, hinhalten, verhaften
κρατώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: begrine, bevare, få, fange, fangst, fatte, gribe, holde, erindre, huske, mindes, blive, forblive, rast, rest, ro, boning, restere, beholde, ernære, forsørge, fortsætte, påstå, støtte, underholde, arrestere
κρατώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: aferrar, agarrar, apañar, aprehender, asir, captar, capturar, cautivar, coger, embargar, empuñar, incautarse, prender, regentar, trabar, cumplir, acordarse, recordar, retener, permanecer, quedar, quedarse, estar, restar, sobrar, atenerse, sujetar, tener, alegar, apoyar, aseverar, conservar, cultivar, ganarse, mantener, mantenerse, respaldar, secundar, sostener, subsistir, contener, interrumpir, suspender
κρατώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: appréhender, attraper, captiver, capturer, clamper, empoigner, happer, harponner, quotter, saisir, tenir, occuper, rappeler, retenir, souvenir, demeurer, rester, reste, détenir, maintenir, alléguer, conserver, entretenir, persister, prétendrai, prétendre, soutenir, subsister, sustenter, vivre, arrêter, suspendre
κρατώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: accalappiare, acchiappare, acciuffare, adunghiare, afferrare, agguantare, catturare, cogliere, ghermire, impugnare, mantenere, prendere, presa, ritenere, sequestrare, tenere, rammentare, ricordare, trattenere, dimorare, restare, rimanere, stare, detenere, reggere, caldeggiare, conservare, puntellare, sorreggere, sostenere, arrestare
κρατώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: begripe, fange, fangst, fatte, gripe, holde, ta, erindre, huske, minnas, minnes, bli, forbli, la, rast, rest, ro, boning, restere, bevare, beholde, ernære, forsørge, hålka, håndheve, hevde, livnært, påstå, underholde, avblåsa, nedlegge
κρατώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: захватывать, конфисковать, ловить, схватывать, улавливать, ухватывать, хватать, держать, сдерживать, помнить, пребыть, содержать, удерживать, воздержать, приостановить, сдержать
κρατώ στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kap, mbaj, rrëmbej, kujtoj, rri, ruaj
κρατώ στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: трымаць, памятаць, помніць, ціснуць, вылічаць, вылічваць, стрымліваць, утрымліваць
κρατώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: napata, ote, pitää, pysyttää, pyydystää, saalis, siepata, tarttua, tavoittaa, vallata, valloittaa, kestää, varata, muistaa, säilyttää, asua, jäädä, pysyä, elättää, kannattaa, tukea, väittää, varjella, pidättää
κρατώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: držati, ostati, podržavati, zadržati
κρατώ στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: megfog, megtartani, megjegyez, fog, kapaszkodik, tart, tartani, eltart, fenntart, fenntartani
κρατώ στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: aferrar, agarrar, apanhar, aparar, aprisionar, capturar, coser, embargar, manter, prender, rebentar, segurar, ter, ser, acordares, recordar, ficar, permanecer, quedar, restar, sobrar, afirmar, alegar, amparar, apoiar, asseverar, avançar, conservar, continuar, espaldar, guardar, prosseguir, secundar, subsistir, sustentar, apreender, retentor
κρατώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: captura, prinde
κρατώ στα ρουμανική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: chwytać, dotrzymywać, dzierżyć, pamiętać, pozostać, pozostawać, trzymać, utrzymywać, wstrzymać
κρατώ στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: zachovať, vládnuť, zostať
κρατώ στα σλοβακική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: husse, minnas, minnes, återstå, återstoden, behållning, bli, förbli, rast, rest, ro, vila, vistelse, boning, bostad, dröja, hemvist, rester, sacka, hålla, livnära, underhålla, avblåsa, avhålla
κρατώ στα σουηδικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: відписувати, зберегти, зберігати, згадати, згадувати, пригадати, утримати, утримувати, витримати, відпочивати, відпочинок, відпочити, влаштовувати, влаштувати, вмістити, вміщати, вміщувати, володіння, володіти, держати, перерва, провести, проводити, тримати, триматися, вгамувати, втримувати, гамувати, гребля, дамба, загата, запруда, затримайте, затримати, затримувати, здержувати, існуйте, містити, міститися, містить, містіть, обмежити, обмежувати, охопити, охопіть, охоплювати, підтримайте, підтримати, підтримувати, рефрен, стримати, стримувати, удержати, удержувати, утриматися, утримуватися
κρατώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: jääma
κρατώ στα εσθονική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: būti, likti, laikyti
κρατώ στα λιθουανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: ostati
κρατώ στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

κρατώ συνώνυμα, κρατώ κλίση, κρατώ κακία, κρατώ παράγωγα, κρατώ ενήμερο, κρατώ ημερολόγιο, κρατώ αρχικοι χρονοι, κρατώ το ίσο, κρατώ αγγλικά, κρατάω τον λόγο μου