lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κράτος

Λεξικό: αγγλικά κράτος
Μεταφράσεις: commonality, country, nation, polity, realm, state, you, angle, attitude, case, circumstance, condition, footing, frontage, item, locality, location, locus, placement, plight, position, posture, site, situation, station, status, estate, illness, order, preservation, strength
κράτος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: kraj, postavení, stav, vlast, země, držení, místo, naleziště, poloha, položení, poměry, postoj, póza, pozice, prostranství, situace, skupenství, staveniště, umístění, kondice, okolnost, podmínka, poměr, předpoklad
κράτος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: herrschaft, land, reich, staat, verfassung, anordnung, lage, situation, stand, standort, stellung, umstand, zustand, bedingung, beschaffenheit, bestand, kondition, phase, statur, status, verfasser
κράτος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: de, land, ni, provins, stat, staten, tilstand, forfatning, holdning, kår, status, sted, stilling, bestand, betingelse, forhold, stand, talje
κράτος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: estado, nación, país, asiento, condición, estación, exposición, orientación, paraje, posición, postura, situación, ubicación, circunstancia
κράτος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: état, pays, assiette, condisciple, emplacement, exposition, gisement, imposition, pose, position, posture, remise, site, situation, condition, encaisse, inactivité, latence, non-activité, rarescence, roture
κράτος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: campagna, loro, paese, stato, atteggiamento, circostanza, collocazione, posa, posizione, postazione, sito, situazione, ubicazione, condizione, rango
κράτος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: de, herskap, land, ni, rike, stat, staten, beliggenhet, forfatning, holdning, kår, situasjon, status, sted, stilling, tilstand, beskaffenhet, bestand, betingelse, sinnstilstand, skikk, stand, talje
κράτος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: государство, страна, возложение, место, местоположение, положение, состояние, уложение, стан, штат
κράτος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: ni, rike, stat, kår, läge, placering, situation, beskaffenhet, bestånd, förhållande, kondition, skick, ställning, stånd, status, talde, tillstånd, villkor
κράτος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shtet, gjendje
κράτος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: държава, страна
κράτος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дзяржава, край, месцазнаходжанне, стан
κράτος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: maa, riik, asukoht, olek
κράτος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: maa, tila, valtakunta, valtio, asema, asento, asianlaita, kanta, kohta, kunto, olo, tilanne, ehto, sääty
κράτος στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: država, pokrajina, stanje, zemlja, držanje, mjesto, položaj, situacija, smještaj
κράτος στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: állam, elhelyezés, fekvés, helyzet, állapot, állomány, körülmény
κράτος στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kraštas, šalis, valstybė, padėtis, vieta, būklė
κράτος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: estado, país, terra, circunstancia, circunstância, cláusula, condição, desarreigo, pararei, posição, postura, sítio, situação, estaciona, riqueza
κράτος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: stare, stat, atitudine, poziţie, situaţie
κράτος στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: dežela, država
κράτος στα σλοβενική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: галузь, держава, державний, державу, затверджувати, затвердити, заявити, заявляти, знаходження, констатувати, королівство, країна, народ, нація, співдружність, стан, стверджувати, сфера, сформулювати, твердити, формулювати, царина, царство, штат, брехня, викласти, випадок, виставляння, відправити, встановлений, градус, дисертація, дієздатність, діло, експозиція, застелити, класти, лежати, лягати, лягти, міра, місткість, місцевість, місцеположення, нагода, надходити, накривати, накрити, наставати, настати, оцінка, покладати, покласти, положення, положити, посада, посилати, пост, постелити, постійний, потужність, походження, походити, пошта, поштовий, прибувати, прибути, приїжджати, приїздити, приїхати, прийти, приходити, приходиться, рейтинг, розклеїти, розклеювати, розташування, ситуація, скриня, справа, становище, статус, статут, стелити, стовп, стояння, ступінь, теза, футляр, чохол, щогла, великий, головний, завод, значити, з-стояння, інжир, капітал, капітальний, млин, молоти, означати, основний, підлий, постать, просо, речовина, середина, середній, столиця, столичний, субстанція, фабрика, фіга, фрезувати
κράτος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: państwo, położenie, stan
κράτος στα πολωνική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: stav
κράτος στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κράτος πρόνοιας, κράτος δικαίου, κράτος των ρως, κράτος εν κράτη, κράτος και επανάσταση, κράτος και δημόσια πολιτική, κράτος ορισμός, κράτος και οικονομία, κράτος κοινωνία εργασία στη μεταπολεμική ελλάδα, κράτος και εκκλησία