lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κούτσουρο

Λεξικό: αγγλικά κούτσουρο
Μεταφράσεις: blockhead, bonehead, clueless, dullard, dunce, fool, goof, idiot, loon, macaroni, moron, nincompoop, ninny, numskull, softy, block, bole, logging, stem, stock, stub, stump, tree-trunk, truncheon, trunk, snag, stopgap
κούτσουρο στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hloupý, hlupák, šašek, trdlo, dřík, juxta, kláda, kmen, pařez, peň, původ, rod, trup, špalek
κούτσουρο στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: dummkopf, idiot, narr, schwachkopf, tölpel, tor, trottel, baumstamm, körper, rumpf, stamm, stock, block, holzklotz, klotz, stumpf
κούτσουρο στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: dåre, dumrian, fjols, idiot, imbecil, kretiner, tåge, tumling, bul, krop, legeme, stam, stamme, stubbe, torso, trestamme
κούτσουρο στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: baboso, bestia, burro, calabaza, estúpido, idiota, leño, tonto, alcornoque, linaje, tablero, tocón, tronco, cepa, tajo
κούτσουρο στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: âne, baudet, bestiasse, bêta, brute, bûche, buse, butor, cantaloup, gille, idiot, lourdaud, pierrot, souche, tronc, billot, chicot, détronche, écot, tronche, tronchet
κούτσουρο στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: asino, baccalà, beota, fesso, idiota, imbecille, scemo, sciocco, stupido, ceppo, fusto, tronco
κούτσουρο στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: dåre, dåsemikkel, dumrian, fjols, narr, naut, tåpe, tok, tosk, tulling, kropp, stam, stamme, stokk, stubb, stubbe, tømmerstokk, trestamme
κούτσουρο στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: глупец, глупый, дурачок, слабоумный, пень, ствол, коряга
κούτσουρο στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: fjols, narr, tok, stam, stubbe
κούτσουρο στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: дурнець, пень, ствол, карчага, корч
κούτσουρο στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: idioot, känd
κούτσουρο στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hölmö, idiootti, kanto, runko, tukki
κούτσουρο στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: idiot
κούτσουρο στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: idióta, tökfilkó, fatönk
κούτσουρο στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: idiotas, kvailys, silpnaprotis, kamienas, kūnas, liemuo
κούτσουρο στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: asno, burro, estúpido, idiota, imbecil, parvo, tolo, tocos, tronco, cepa
κούτσουρο στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: bedak
κούτσουρο στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hlupák
κούτσουρο στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бичок, гусак, дурень, дурний, обдурити, обдурювати, дурніти, пінь, стовбур, корч, пень
κούτσουρο στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: głupiec, pień, pniak
κούτσουρο στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trung
κούτσουρο στα αλβανικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: trunchi
κούτσουρο στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

κούτσουρο καθαρισμού καμινάδας, κούτσουρο καπνοκαθαριστής, κούτσουρο κοπής κρέατος, κούτσουρο καθαρισμού, κούτσουρο από χαρτί, ονειροκριτης κούτσουρο