lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κουζίνα

Λεξικό: αγγλικά κουζίνα
Μεταφράσεις: cooker, cooking-range, kitchenette, stove, cookhouse, cook-house, cuddy, cuisine, kitchen, fireplace, fire-place, furnace, grate, hearth, baize, bake, broil, burn, kiln, oven, roast, five
κουζίνα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: pec, sporák, vařič, kuchyň, kuchyně, krb, ohniště, topeniště, kamínka, kamna, kotel, pálit, péci, pražit, smažit, spálit, upéci, upražit, várka, vypalovat, pět, pětka
κουζίνα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: herd, kocher, küche, küchenherd, ofen, feuerung, kamin, backofen, heizkessel, fünf
κουζίνα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: kakkelovn, komfur, ovn, køkken, arnested, grue, kamin, esse, riste, smelteovn, stege, svi, fem
κουζίνα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cocina, estufa, hornillo, chimenea, fogón, hogar, asar, cocer, horno, picar, tostar, cinco
κουζίνα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: cuisine, cuisinière, fourneau, réchaud, cuistance, popote, âtre, chauffe, foyer, brasiller, chaudière, chaufour, cuire, four, fournaise, fournée, fournil, grilloir, poêle, rôtir, cinq
κουζίνα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: cucina, fornello, focolaio, focolare, arrostire, cuocere, fornace, forno, stufa, cinque
κουζίνα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: komfyr, ovn, kjøkken, grue, peis, baka, bake, brenne, esse, kakelugn, kakkelovn, kamin, riste, steka, steke, stekeovn, svi, fem
κουζίνα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: кухонька, печь, кухня, горн, камин, очаг, топка, жарить, жечь, печка, пять
κουζίνα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: kokspis, kök, eldhärd, baka, balke, esse, grädda, härd, kakelugn, kamin, smältugn, steka, svida, ugn, värmeledningspanna, fem
κουζίνα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kuzhinë, furrë, sobë, stufë, pesë
κουζίνα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: печка, кухня, пещ
κουζίνα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: ahi, köök, kamin, katel, kolle, küpsetama, viis
κουζίνα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hella, uuni, keittiö, kyökki, arina, tulipesä, paahtaa, paistaa, viisi
κουζίνα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: peć, štednjak, kuhinja, ognjište, peći, pržiti, pet
κουζίνα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: főzőfülke, konyha, kályha, kazán, kemence, öt
κουζίνα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: krosnis, viryklė, virtuvė, židinys, orkaitė, penki
κουζίνα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: colina, estufa, fogão, forjo, forno, cozinha, fogos, lareira, rogar, abrasar, assar, azar, escocês, fornalha, picar, tornear, torrar, tostar, cinco
κουζίνα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: štedilnik, pečica, pet
κουζίνα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: sporák, kuchyňa, pec, päť
κουζίνα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: кухонька, знижувати, знижуватися, знизити, знизитись, камбуз, кухня, кухонний, нижній, нижче, нижчий, опускати, опускатися, опустити, опуститися, принижати, принизити, спускати, спускатися, спустити, спуститися, схилитися, горн, горно, пальник, піч, радіатор, топка, висушіть, горіти, груба, грубка, духовка, згоріти, кусати, кусатися, нагрівник, опік, палити, пекти, підпалити, плита, спалити, спалювати, укус, укусити
κουζίνα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kuchenka, kuchnia, palenisko, piec
κουζίνα στα πολωνική »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: кухня, ацепліванне, печ, гатаваць, грубка, печка, пячы
κουζίνα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cinci
κουζίνα στα ρουμανική »

Σχετικές λέξεις

κουζίνα ικεα, κουζίνα αερίου, κουζίνα υγραερίου, κουζίνα διακόσμηση, κουζίνα εστιατόριο, κουζίνα ονειροκρίτης, κουζίνα της μαμάς, κουζίνα skroutz, κουζίνα pitsos, κουζίνα neff