lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κουβεντιάζω

Λεξικό: αγγλικά κουβεντιάζω
Μεταφράσεις: banter, chat, chipper, gossip, tattle, babble, blab, chatter, gab, jabber, prate, prattle, rattle, twaddle, converse, discourse, parley, speak, talk
κουβεντιάζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: hovořit, povídat, tlachat, žvanit, kecat, klevetit, brebentit, klábosit, štěbetat, švitořit, vyzradit, žvatlat, konverzovat, mluvení, mluvit, promluvit, rozhovor, vyprávět
κουβεντιάζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: plaudern, spinnen, plappern, plauschen, quasseln, schwatzen, reden, sprechen
κουβεντιάζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: prate, snakke, klapre, plapre, pludre, konversere, samtale, tale
κουβεντιάζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: charlar, discurrir, platicar, trapalear, bachillerear, chacharear, cotorrear, farfullar, conversar, decir, hablar, parlamentar, tratar
κουβεντιάζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: bavarder, causer, confabuler, deviser, discourir, jaser, babiller, blablater, cailleter, caqueter, dégoiser, jaboter, jacasser, mouliner, papoter, converser, dialoguer, parle, parler
κουβεντιάζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: chiacchierare, ciarlare, dialogare, discorrere, discutere, favellare, parlare
κουβεντιάζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: prata, prate, småprata, snakke, klapre, plapre, pludre, skravle, konversere, samtala, samtale, spraka, tala, tale
κουβεντιάζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: болтать, беседовать, вякать, говорить, разговаривать
κουβεντιάζω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: prata, småprata, babbla, pladdra, samtala, spraka, tala
κουβεντιάζω στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: kuvendoj, bisedoj, flas
κουβεντιάζω στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: балбатаць, матаць, матляць, махаць, целяпаць, гаварыць, размаўляць
κουβεντιάζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: jutella, pakinoida, jaaritella, kieliä, lörpötellä, haastaa, keskustella, puhua
κουβεντιάζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: grulhar, palrar, tagarelar, conversar, falar, habitar, parlamentar
κουβεντιάζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: базікання, базікати, бовтати, цвенькати, балакати, висловити, висловлювати, говорити, говоріть, розмовляти
κουβεντιάζω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: gawędzić, gwarzyć, paplać, rozmawiać
κουβεντιάζω στα πολωνική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: brbljati, govoriti, razgovarati
κουβεντιάζω στα κροατικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: rääkima
κουβεντιάζω στα εσθονική »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: beszélget, beszélgetni
κουβεντιάζω στα ουγγρική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: govoriti
κουβεντιάζω στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: hovoriť
κουβεντιάζω στα σλοβακική »

Σχετικές λέξεις

κουβεντιάζω συνώνυμα