lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κορυδαλλός

Λεξικό: αγγλικά κορυδαλλός
Μεταφράσεις: lark, skylark
κορυδαλλός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: skřivan
κορυδαλλός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: lerche
κορυδαλλός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: lærke, sanglærke
κορυδαλλός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: alondra
κορυδαλλός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: alouette, mauviette
κορυδαλλός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: allodola, lodola
κορυδαλλός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: lerke, sanglerke, spratt
κορυδαλλός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: жаворонок
κορυδαλλός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: lärka, skoj, skoja, spratt
κορυδαλλός στα σουηδικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: чучулига
κορυδαλλός στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: жаваранак
κορυδαλλός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: lõoke
κορυδαλλός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kiuru, leivo
κορυδαλλός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: pacsirta
κορυδαλλός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: vieversys
κορυδαλλός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: calhandra, cotovia
κορυδαλλός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: ciocârlie
κορυδαλλός στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: жайвір, жайворон, жайворонок
κορυδαλλός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: skowronek
κορυδαλλός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κορυδαλλός φυλακές, κορυδαλλός πτηνό, κορυδαλλός τκ, κορυδαλλός μετρό, κορυδαλλός χάρτης, κορυδαλλός 1975-79, κορυδαλλός - πρώτη πόλη, κορυδαλλός νοσοκομείο