lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κορμός

Λεξικό: αγγλικά κορμός
Μεταφράσεις: body, frame, fuselage, hull, trunk, block, bole, logging, stem, stock, stub, stump, tree-trunk, truncheon, thorax, torso
κορμός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dřík, kmen, peň, trup, juxta, kláda, pařez, původ, rod, poprsí, torzo
κορμός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: baumstamm, gehäuse, körper, rumpf, stamm, stock, torso
κορμός στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: bul, krop, kroppe, legeme, skov, stamme, torso, stam, stubbe, trestamme, bål
κορμός στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cuerpo, fuselaje, tronco, alcornoque, leño, linaje, tablero, tocón, torso
κορμός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: accastillage, carter, fuselage, tronc, souche, torse
κορμός στα γαλλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: kropp, skrov, stamme, stam, stokk, stubb, stubbe, tømmerstokk, trestamme, bål
κορμός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: ствол, туловище, фюзеляж, пень
κορμός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: skrov, stam, stubbe, bål
κορμός στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: trung
κορμός στα αλβανικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: ствол, тулава, фюзеляж, пень
κορμός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: keha, känd, torso
κορμός στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: runko, kanto, tukki
κορμός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: törzs, fatönk, tor, torzó
κορμός στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: kamienas, kūnas, liemuo
κορμός στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: corpo, cueiro, torso, tronco, tocos
κορμός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: trup
κορμός στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: багажник, колектив, корпус, орган, організація, потік, стовбур, тіло, торс, труп, туди, тулуб, фюзеляж, пінь
κορμός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kadłub, pień, tułów
κορμός στα πολωνική »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: ceppo, fusto, tronco, corpo, torso
κορμός στα ιταλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: trunchi
κορμός στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: trup
κορμός στα σλοβενική »

Σχετικές λέξεις

κορμός σοκολάτας, κορμός με πτι μπερ, κορμός συνταγή, κορμός νηστίσιμος, κορμός σοκολάτας μωσαϊκό, κορμός παρλιαρος, κορμός γλυκό, κορμός μωσαικό, κορμός αργυρώ, κορμός κατσαρόλας