lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κοπανίζω

Λεξικό: αγγλικά κοπανίζω
Μεταφράσεις: batter, break, drub, mash, mingle, pestle, pound, bang, bash, beat, beaten, blaze, butt, cetacean, decay, demolish, hammer, pelt, slash, slog, thump, whack
κοπανίζω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: beranit, bít, drtit, lámat, přelomit, přerušit, přetrhnout, rozbíjet, rozbít, rozdrtit, rozemlít, rozlámat, rozmačkat, rozmělnit, rozmlátit, roztlouct, tlouci, zbít, zlámat, zlomit, bacit, bouchat, bouchnout, klepat, mlátit, naklepat, namlátit, narazit, plácnout, porazit, praštit, seknout, šlehat, tlouct, třísknout, udeřit, uhodit, upadat, vyklepat, zabouchat
κοπανίζω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abbrechen, brechen, klopfen, schlagen, stampfen, zerbrechen, zermalmen, zerschlagen, zerschmettern, hauen
κοπανίζω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: blande, brække, knuse, dunke, slå
κοπανίζω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: cascar, machacar, magullar, majar, quebrantar, quebrar, reventar, romper, batir, caer, derribar, derrumbar, golpear, latir, vencer
κοπανίζω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: assommer, battre, bocarder, briser, broyer, casser, cogner, concasser, piler, crouler, frapper, taper
κοπανίζω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: battere, pestare, rompere, spaccare, spezzare, bastonare, colpire, percuotere, picchiare, sconfiggere
κοπανίζω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: brekke, bryte, knuse, dunka, dunke, slå
κοπανίζω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: колотить, толочь, валить, стукать
κοπανίζω στα ρωσικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: thyej, rrah
κοπανίζω στα αλβανικά »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: hienontaa, jauhaa, kolhia, murtaa, musertaa, särkeä, survoa, hakata, jyskyttää
κοπανίζω στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: törni, megütni, verni
κοπανίζω στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: britar, calcar, cascar, manjar, partir, pisar, quebrantar, quebrar, rasgar, romper, socar, bater, golpear, latir, vencer
κοπανίζω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: sparge
κοπανίζω στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: zlomiti
κοπανίζω στα σλοβενική »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: tłuc, walić
κοπανίζω στα πολωνική »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: dunka, prygla
κοπανίζω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: валіць, звальваць, калаціць, трэсці
κοπανίζω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: peksma
κοπανίζω στα εσθονική »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: tući
κοπανίζω στα κροατικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бити, валити, вирізати, вирізка, відрізаний, відрізати, вкидати, вкинути, загорода, зріз, калатайте, калатати, кидати, кидок, кинути, колотися, колотити, косити, метати, обстріл, переверніться, побийте, порвати, поривати, поріз, порізати, різати, розрізати, розтинати, скоротити, скорочення, скорочування, скорочувати, стригти, уступ, фасон, фунт, хутро, шити
κοπανίζω στα ουκρανικά »