lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κονκάρδα

Λεξικό: αγγλικά κονκάρδα
Μεταφράσεις: badge, brassard, ensign, pin, plaque, emblem, evidence, hallmark, hall-mark, indication, indicator, mark, portent, stamp, token, nameplate
κονκάρδα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: medaile, odznak, náznak, otisk, označení, příznak, projev, razítko, stopa, ukazatel, značka, znak, znamení, znaménko, známka
κονκάρδα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: abzeichen, plakette, anzeichen, äußerung, indiz, kennzeichen, zeichen
κονκάρδα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: emblem, mærke, mere, symptom, tegn
κονκάρδα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: distintivo, insignia, placa, asomo, indicio, marca, muestra, seña, señal, signo, síntoma
κονκάρδα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: insigne, médaille, indice, manifestation, marque, pronostic, signe, symptôme
κονκάρδα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: distintivo, insegna, affisso, dimostrazione, indizio, marchio, segno, sintomo
κονκάρδα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: emblem, merke, distinksjon, indikasjon, symptom, tegn
κονκάρδα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: значок, отличие, знак, признак, плакетка
κονκάρδα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: bricka, andragande, symptom, tecken
κονκάρδα στα σουηδικά »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: märk
κονκάρδα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tunnus, ennusmerkki, merkki, oire, osoitus
κονκάρδα στα φινλανδικά »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: insígnia, placa, aceno, âmago, índice, indicio, marca, mestra, signo, sinal
κονκάρδα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: odznak
κονκάρδα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: значок, відзначати, відзначити, відмітити, відмічати, відтиск, знак, кокарда, марка, мітка, ознака, ознаку, оцінка, позначати, позначення, позначити, позначка, покажчик, помітити, помічати, прикмета, слід, статок, штамп
κονκάρδα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: odznaka, oznaka, plakietka
κονκάρδα στα πολωνική »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: shenjë, stemë
κονκάρδα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: емблема, указание
κονκάρδα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: адзнака, прымета
κονκάρδα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: znak
κονκάρδα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: jelvény
κονκάρδα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: požymis, ženklas
κονκάρδα στα λιθουανική »

Σχετικές λέξεις

κονκάρδα στα αγγλικά, κονκάρδα συνεδρίου, κονκάρδα διαφημιστική