lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κολλώ

Λεξικό: αγγλικά κολλώ
Μεταφράσεις: glue, gum, paste, size, splice, stick, cling, adhere, adjoin, clang, concatenate
κολλώ στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: klížit, lepit, naklížit, nalepit, polepit, přiléhat, přilepit, slepovat, lnout, lpět, připevnit, připojit
κολλώ στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ankleben, kleben, zufallen, ballen, formen, anschließen, anschmiegen, haften, zusammenstoßen, klammern, zusammenkleben
κολλώ στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: klistre, lima, lime
κολλώ στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: encolar, pegar, adherir, lindar, adherirse
κολλώ στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: coller, encoller, engluer, modeler, pétrir, adhérer, attacher, emboîter, gratiner
κολλώ στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: appiccicare, incollare, aderire, attaccarsi
κολλώ στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: klistra, klistre, lima
κολλώ στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: клеить, лепить, наклеивать, приклеивать, прилегать, прилежать, примыкать, приставать, склеивать
κολλώ στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: klibba, klistra, limma, kleta
κολλώ στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: клеіць, ляпіць, далучацца, межаваць, прылягаць, прымыкаць, прыставаць, склейваць
κολλώ στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: liimima
κολλώ στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: liimata
κολλώ στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ragasztó
κολλώ στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: klijai, klijuoti
κολλώ στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: colar, pegar, modelar, retratar, aderir
κολλώ στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: lipi
κολλώ στα ρουμανική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: клеїти, ліпити, віра, вступіть, задній, запізнілий, кільце, ланка, межувати, межуйте, назад, переплести, переплітати, підтримати, підтримувати, прилягати, примикати, спина, спинка, сполучення, гума, гумка, склеювати, ясна
κολλώ στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: kleić, lepić, przyklejać, przylegać, przywierać, sklejać
κολλώ στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κολλάω κλίση, μπρίκια κολλώ