lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κολλητικός

Λεξικό: αγγλικά κολλητικός
Μεταφράσεις: contagious, infectious, septic, catching, communicable, infective, pestilent, pestilential
κολλητικός στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: choroboplodný, infekční, nakažlivý, přenosný, morový, sdílný
κολλητικός στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: ansteckend, ansteckender, übertragbar, infektiös
κολλητικός στα γερμανικά »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: contagioso, infeccioso, pegajoso
κολλητικός στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: contagieux, infectieux, transmissible, communicatif, pestilent, pestilentiel
κολλητικός στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: infettivo
κολλητικός στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: smittefarlig, smittsom
κολλητικός στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: заразен, заразительный, заразный, заразителен, инфекционный
κολλητικός στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: smittsam
κολλητικός στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: заразны, заразлівы
κολλητικός στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: tarttuva
κολλητικός στα φινλανδικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: ragályos, dögletes, fertőző, közlékeny
κολλητικός στα ουγγρική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: contagioso, infeccioso, pegajoso
κολλητικός στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: бродильний, заразливий, заразний, інфекційний
κολλητικός στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: zakaźny, zaraźliwy
κολλητικός στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

σταφυλοκοκκος κολλητικός, έρπης κολλητικός