lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κολακεύω

Λεξικό: αγγλικά κολακεύω
Μεταφράσεις: adulate, cajole, cringe, flatter, toady, blandish, gratify
κολακεύω στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: lahodit, lichotit, pochlebovat, podkuřovat
κολακεύω στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: schmeicheln
κολακεύω στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: smigre
κολακεύω στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: adular, favorecer, halagar, incensar, jabón, regalar, congraciar
κολακεύω στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: amadouer, cajoler, encenser, flatter, aduler, chatouiller, flagorner
κολακεύω στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: adulare, blandire, lusingare
κολακεύω στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: smigre
κολακεύω στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: льстить
κολακεύω στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: smickra
κολακεύω στα σουηδικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: лашчыць, падабацца, падлізвацца, хваліць, цешыць
κολακεύω στα λευκορωσίας »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: imarrella, liehakoida, mielistellä
κολακεύω στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: meilikauti
κολακεύω στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: adular, favorecer, gabar, lisonjear
κολακεύω στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: лестити, лестить, умовте
κολακεύω στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: pochlebiać, schlebiać
κολακεύω στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κολακεύω συνώνυμα, κολακεύω συνώνυμο, κολακεύω αντωνυμο, κολακεύω στα αγγλικα