lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κοιλότητα

Λεξικό: αγγλικά κοιλότητα
Μεταφράσεις: burrow, cavern, cavity, hole, hollow, lacuna, pit, socket, chamber, compartment, ventricle, caving
κοιλότητα στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: brloh, díra, dolík, doupě, důl, dutina, dutý, hrob, jáma, jeskyně, kaverna, nora, otvor, sluj, vpadlý, vrt, vyhloubený, vykotlaný, komora, pokoj, sněmovna
κοιλότητα στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: bau, grube, höhle, höhlung, kaninchenbau, loch, kammer, zimmer, aushöhlen, aushöhlung
κοιλότητα στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: grav, grip, hul, hule, kammer, værelse
κοιλότητα στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: agujero, antro, boquete, caverna, cavidad, cueva, excavación, foso, guarida, hoyo, hueco, cámara, cuarto, habitación, ventrículo
κοιλότητα στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: antre, baril, caverne, cavité, creux, excavation, fosse, repaire, terrier, trou, chambre, douane, sas, ventricule, évidage, évidement, évidure
κοιλότητα στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: antro, caverna, cavità, covo, fossa, grotta, incavato, incavo, tana, camera, cella
κοιλότητα στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: grav, grop, gruve, hul, hule, hull, hulrom, kammer, værelse, hulhet
κοιλότητα στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: впадина, дупло, дыра, каверна, нора, пещера, полость, пустой, яма, желудочек, кладовая, клеть, палата, выдалбливание
κοιλότητα στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: håla, hull, kammare, huldhet
κοιλότητα στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: gropë, vrimë, dhomë
κοιλότητα στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: шахта
κοιλότητα στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: поласць, пакой
κοιλότητα στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: auk, õõnsus, koda, õõs
κοιλότητα στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: kolo, kuoppa, läpi, luola, onkalo, ontelo, ontto, reikä, huone, kamari, kammio
κοιλότητα στα φινλανδικά »
Λεξικό: κροατικά
Μεταφράσεις: pećina, rupa, šupalj, soba
κοιλότητα στα κροατικά »
Λεξικό: ουγγρική
Μεταφράσεις: gödör, lyuk, sírgödör, üreg, üreges, verem, fülke, kamra, zsiliptartó
κοιλότητα στα ουγγρική »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: drevėtas, duobė, duslus, skylė, tuščiaviduris, urvas
κοιλότητα στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: abertura, antro, buraco, cava, caverna, cavidade, homo, vazio, câmara, quarto, sala, sueco
κοιλότητα στα πορτογαλικά »
Λεξικό: ρουμανική
Μεταφράσεις: cavitate
κοιλότητα στα ρουμανική »
Λεξικό: σλοβενική
Μεταφράσεις: luknja
κοιλότητα στα σλοβενική »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: jama, komora
κοιλότητα στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: валіза, впадина, дупло, заглибина, заглиблення, западина, кишенька, кишеньковий, кишеня, мішок, нора, порожнина, привласнити, привласнювати, сумка, торба, торбина, фартух, шахта, яма, камера, палата
κοιλότητα στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: jama, komora, wydrążenie
κοιλότητα στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κοιλότητα της ρινός, κοιλότητα του υπεζωκότα, κοιλότητα αγγλικά, περιτοναϊκή κοιλότητα, υπεζωκοτική κοιλότητα, στοματική κοιλότητα, ρινική κοιλότητα, ιγνυακή κοιλότητα, θωρακική κοιλότητα, κοιλιακή κοιλότητα