lexiko24.com

Ο απλός τρόπος για να μεταφράσει τις λέξεις.

Πολλά λεξικά και μια πολύ μεγάλη βάση δεδομένων των λέξεων.

Κατάλογος των μεταφράσεων: κληρονόμος

Λεξικό: αγγλικά κληρονόμος
Μεταφράσεις: heir, heritor, laird, squire, successor, beneficiary, inheritor
κληρονόμος στα αγγλικά »
 
Λεξικό: τσεχική
Μεταφράσεις: dědic, následník, následovník, nástupce
κληρονόμος στα τσεχική »
Λεξικό: γερμανικά
Μεταφράσεις: erbe, gutsherr, nachfolger
κληρονόμος στα γερμανικά »
Λεξικό: δανική
Μεταφράσεις: arving, patron, hovedarving
κληρονόμος στα δανική »
Λεξικό: ισπανικά
Μεταφράσεις: heredero, sucesor
κληρονόμος στα ισπανικά »
Λεξικό: γαλλικά
Μεταφράσεις: fidéicommissaire, héritier, successeur, colégataire, délégataire, hoir, légataire
κληρονόμος στα γαλλικά »
Λεξικό: ιταλικά
Μεταφράσεις: erede, seguace
κληρονόμος στα ιταλικά »
Λεξικό: νορβηγικά
Μεταφράσεις: arving, etterfølger, patron, hovedarving
κληρονόμος στα νορβηγικά »
Λεξικό: ρωσικά
Μεταφράσεις: наследник, преемник
κληρονόμος στα ρωσικά »
Λεξικό: σουηδικά
Μεταφράσεις: patron, arvinge
κληρονόμος στα σουηδικά »
Λεξικό: αλβανικά
Μεταφράσεις: pasardhës
κληρονόμος στα αλβανικά »
Λεξικό: βουλγαρικά
Μεταφράσεις: наследник
κληρονόμος στα βουλγαρικά »
Λεξικό: λευκορωσίας
Μεταφράσεις: наследнік, наступнік, пераемнік, спадкаемец
κληρονόμος στα λευκορωσίας »
Λεξικό: εσθονική
Μεταφράσεις: pärija
κληρονόμος στα εσθονική »
Λεξικό: φινλανδικά
Μεταφράσεις: perijä, perillinen
κληρονόμος στα φινλανδικά »
Λεξικό: λιθουανική
Μεταφράσεις: įpėdinis
κληρονόμος στα λιθουανική »
Λεξικό: πορτογαλικά
Μεταφράσεις: descendente, sucessor
κληρονόμος στα πορτογαλικά »
Λεξικό: σλοβακική
Μεταφράσεις: dedič
κληρονόμος στα σλοβακική »
Λεξικό: ουκρανικά
Μεταφράσεις: наступник, спадкоємець
κληρονόμος στα ουκρανικά »
Λεξικό: πολωνική
Μεταφράσεις: dziedzic, spadkobierca
κληρονόμος στα πολωνική »

Σχετικές λέξεις

κληρονόμος ταινία, κληρονόμος με απογραφή, κληρονόμος επ ωφελεία απογραφής, κληρονόμος english, κληρονόμος travel, κληρονόμος mega, κληρονόμος νικόλας, κληρονόμος κωνσταντίνος, κληρονόμος οδοντίατρος, κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής